ΕΝ ΑΡΧΗ / ΚΕΦ. 1 (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ)

Ο Κυριάκος τελείωσε τον στρατό πιστεύοντας πως τα βάσανά του είχαν πια τελειώσει. Πίσω του άφηνε τις σκληρές ασκήσεις, τα καψόνια και τις ατέλειωτες σκοπιές — χρόνια που τον είχαν σκληρύνει χωρίς να τον λυγίσουν.

Με το απολυτήριο στην τσέπη και μια βαλίτσα στο χέρι, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Πίστευε πως γύριζε σε μια ζωή που τον περίμενε.

Μα το σπίτι δεν τον περίμενε. Το βρήκε άδειο.

Η μητέρα του είχε φύγει από καιρό, σιωπηλά, όπως φεύγουν οι άνθρωποι που κουβαλούν πολλά μέσα τους. Ο πατέρας του ήταν χαμένος στις δουλειές του, ενώ τα αδέλφια του είχαν σκορπίσει. Άλλοι σε μακρινές πόλεις, άλλοι σε πανεπιστήμια της Ελλάδας.

Το σπίτι δεν ήταν πια σπίτι. Ήταν ένας χώρος γεμάτος αναμνήσεις που δεν είχαν πού να σταθούν.

Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, αναζητώντας λίγη ξεκούραση, μα ο ύπνος δεν ερχόταν. Οι σκέψεις του απλώνονταν σαν σκιές στο ταβάνι.

Το μέλλον στεκόταν μπροστά του αχαρτογράφητο.

Με τι να ασχοληθεί; Πού να ριχτεί;

Δεν ήταν άνθρωπος για σταθερές γραμμές και επαναλαμβανόμενες ημέρες. Η ρουτίνα τον έπνιγε πριν ακόμη προλάβει να τη γνωρίσει.

Ήταν ανήσυχος. Από παιδί.

Και ίσως η ανησυχία εκείνη να είχε αρχίσει πολύ πριν καταλάβει ο ίδιος τι ζητούσε από τη ζωή.

Ο Κυριάκος είχε μεγαλώσει φτωχό χωριατόπαιδο, σ' έναν μικρό και άγνωστο τόπο, ριγμένο πάνω σε ξερή γη, με λίγα χωράφια και σκληρά, άγονα χώματα. Οι άνθρωποι πάλευαν καθημερινά να τα κάνουν να βλαστήσουν, ζώντας από τη γεωργία και την κτηνοτροφία — δουλειές βαριές, φτωχές και αδυσώπητες.

Από μικρός δούλευε στα χωράφια των γονιών του, κρατώντας στον ώμο μια τσάπα που έμοιαζε σχεδόν μεγαλύτερη από το μπόι του.

Ο κόπος ήταν μεγάλος. Το αποτέλεσμα μικρό.

Και μέσα του γεννιόταν σιγά σιγά μια αντίδραση.

Δεν ήθελε αυτή τη ζωή. Δεν ήθελε να περάσει τα χρόνια του σκυμμένος πάνω από τη γη.

Ονειρευόταν κάτι άλλο. Μια ζωή πίσω από ένα γραφείο, με ένα τσιγάρο στο χέρι, να παρατηρεί ανθρώπους, να ακούει ιστορίες, να ψάχνει στοιχεία και να λύνει υποθέσεις.

Τα όνειρά του είχαν αρχίσει να παίρνουν μορφή μέσα από τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Πίτερ Τσένεϊ που ανακάλυπτε στο μικρό βιβλιοπωλείο του χωριού. Ύστερα ήρθαν και οι μορφές που έβλεπε στην τηλεόραση, άνθρωποι που κινούνταν μέσα σε σκοτεινές υποθέσεις, ακολουθούσαν ίχνη και έφταναν εκεί όπου οι άλλοι σταματούσαν.

Ο Κυριάκος τα διάβαζε και τα παρακολουθούσε με προσήλωση.

Και κάπου βαθιά μέσα του άρχισε να γεννιέται ένα όνειρο.

Να γίνει κι εκείνος ερευνητής.

Ήξερε όμως πως στον τόπο του ένα τέτοιο επάγγελμα δεν υπήρχε.

Ούτε στο χωριό ούτε στην ευρύτερη περιοχή.

Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, το όνειρο άρχισε να συνδέεται με μια άλλη ανάγκη. Την ανάγκη να φύγει.

Κάθε Κυριακή βοηθούσε στην εκκλησία τον θείο του, που ήταν ιερέας. Καθάριζε, άναβε τα καντήλια και συχνά συνόδευε τους νεκρούς στην τελευταία τους κατοικία.

Έτσι γνώρισε τον θάνατο από μικρός.

Στην αρχή τον φοβόταν. Τα πρόσωπα των νεκρών, τα άψυχα σώματα, η σιωπή του νεκροταφείου, οι σκιές που μεγάλωναν καθώς έπεφτε το απόγευμα — όλα αυτά τον στοίχειωναν.

Με τον καιρό όμως ο φόβος άρχισε να μετατρέπεται σε περιέργεια. Παρατηρούσε. Ρωτούσε. Σκεφτόταν.

Κάποτε καθόταν μόνος σε μια γωνιά του νεκροταφείου και κοιτούσε τα μνήματα. Αναρωτιόταν ποιοι ήταν οι άνθρωποι που βρίσκονταν κάτω από το χώμα, πώς είχαν ζήσει, τι είχαν αγαπήσει, τι είχαν φοβηθεί και τι είχε απομείνει τελικά από την παρουσία τους στον κόσμο.

Απέναντι από το σπίτι του στεκόταν μια γέρικη τερατσιά.

Την έβλεπε από μικρό παιδί. Ήταν εκεί πριν από εκείνον και, όσο μεγάλωνε, άρχισε να τη βλέπει σαν έναν σιωπηλό μάρτυρα του χρόνου. Τα χρόνια περνούσαν, οι άνθρωποι έφευγαν, τα σπίτια άλλαζαν, παιδιά μεγάλωναν και γίνονταν γέροι.

Η τερατσιά έμενε. Ακίνητη. Πεισματάρα. Ζωντανή.

Ίσως γι' αυτό, κάθε φορά που σκεφτόταν τη ζωή και τον θάνατο, το βλέμμα του γύριζε ασυναίσθητα σ' εκείνη… Δεν μπορούσε ακόμη να το εξηγήσει.

Αργότερα θα καταλάβαινε πως ο άνθρωπος αρχίζει να γίνεται αυτό που θα είναι, πολύ πριν το γνωρίσει ο ίδιος.

Έτσι όταν τελείωσε τον στρατό, η ανάγκη για φυγή είχε γίνει βεβαιότητα. Ο τόπος του τον στένευε. Το χωριό έμοιαζε μικρό, όλο και πιο μικρό όσο μεγάλωνε μέσα του η ανάγκη να γνωρίσει τον κόσμο.

Το ίδιο απόγευμα, στο καφενείο, άκουσε έναν ναυτικό να μιλά για τα ταξίδια του. Μιλούσε για λιμάνια γεμάτα φώτα, για ξένους ανθρώπους, για καπνούς σε σκοτεινά καταγώγια, για βαριές μυρωδιές, για θάλασσες που μπορούσαν μέσα σε λίγες ώρες να γίνουν ήρεμες και ύστερα να μετατραπούν σε τέρατα.

Οι λέξεις του έμοιαζαν με κύματα. Και κάτι μέσα στον Κυριάκο ξύπνησε.

Δύο μήνες αργότερα στεκόταν στο κατάστρωμα ενός μεγάλου τάνκερ.

Ο αέρας μαστίγωνε το πρόσωπό του και η θάλασσα απλωνόταν αχανής μπροστά του, σαν υπόσχεση χωρίς τέλος.

Οι νύχτες στη Μαύρη Θάλασσα, οι τρικυμίες, τα κύματα που κατάπιναν τον ορίζοντα, όλα τον μάγευαν και τον φόβιζαν μαζί.

Και την αγάπησε τη θάλασσα. Ήταν δύσκολη, αδίστακτη, μα ακαταμάχητη. Του έμαθε όσα δεν διδάσκονται στη στεριά.

Γνώρισε λιμάνια που μύριζαν μπαχαρικά και μοναξιά. Γνώρισε ανθρώπους από κάθε τόπο, διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες, συνήθειες και τρόπους ζωής. Γνώρισε γυναίκες με χαμόγελα μισάνοιχτα και μάτια που έκρυβαν ιστορίες.

Και κάθε φορά που το καράβι έφευγε, έμενε πίσω μια βαριά σιωπή. Μια μοναξιά που δεν ζητούσε παρηγοριά.

Μέσα σ' αυτή τη ναυτική μοναξιά έμαθε να μην δένεται. Όχι με ανθρώπους. Μόνο με τη θάλασσα και με τον εαυτό του.

Στα πλοία ανακάλυψε και κάτι άλλο που δεν περίμενε. Βιβλιοθήκες.

Στις ελεύθερες ώρες του διάβαζε ασταμάτητα. Επιστήμες, φιλοσοφία, θρησκείες, μαγεία, απόκρυφα και παραφυσικά φαινόμενα.

Διάβαζε όχι επειδή δεχόταν όλα όσα έγραφαν τα βιβλία.

Διάβαζε επειδή ήθελε να καταλάβει. Να ξεχωρίσει την αλήθεια από την αυταπάτη. Να μάθει γιατί ο άνθρωπος φοβάται αυτό που δεν μπορεί να εξηγήσει.

Παρατηρούσε και τους ανθρώπους γύρω του. Άκουγε ιστορίες. Κατέγραφε περιστατικά που δεν μπορούσαν εύκολα να εξηγηθούν. Άλλοι μιλούσαν για θαύματα, άλλοι για φαντάσματα, άλλοι για δυνάμεις που δεν μπορούσε να αγγίξει η λογική.

Ο Κυριάκος δεν βιαζόταν να πιστέψει. Ούτε να αρνηθεί. Ήθελε να ερευνήσει.

Με τα χρόνια άρχισε να σχηματίζει τη δική του σκέψη.

Ίσως ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε να μην είναι ολόκληρος ο κόσμος.

Ίσως πίσω από όσα βλέπουμε να υπάρχουν πράγματα που δεν έχουμε ακόμη μάθει να κατανοούμε.

Και ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο μυστήριο να μην είναι ο θάνατος. Αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος.

Τα ταξίδια τού έδειξαν και μια άλλη πλευρά της ζωής.

Είδε αρρώστιες που απομόνωναν ανθρώπους, αδικίες που θάβονταν σιωπηλά, ανθρώπους να χάνονται χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται να μάθει την αλήθεια.

Είδε ζωές να σβήνουν χωρίς θόρυβο. Είδε αλήθειες να θάβονται μαζί τους.

Κάποτε άγγιξε και ο ίδιος το όριο. Εκεί όπου η σκέψη σβήνει και ο φόβος χάνεται. Εκεί όπου απομένει μόνο ένα κενό, απλό, γυμνό, αδιαπραγμάτευτο.

Από τότε ο θάνατος έπαψε να είναι γι' αυτόν μόνο φόβος. Έγινε γνώση.

Και μέσα από αυτή τη γνώση γεννήθηκε κάτι άλλο.

Η ανάγκη να παρατηρεί. Να αμφισβητεί. Να ερευνά.

Και χρόνια αργότερα, όταν η θάλασσα είχε πια γίνει κομμάτι της ζωής του, τον βρήκε ο νόστος.

Στην αρχή ήταν μια σκέψη. Ύστερα μια ανάμνηση.

Και στο τέλος μια ανάγκη που δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει.

Το χωριό. Το πατρικό σπίτι. Οι δρόμοι των παιδικών του χρόνων. Η παλιά εκκλησία. Το νεκροταφείο. Και εκείνη η γέρικη τερατσιά.

Αποφάσισε να επιστρέψει.

Μα όταν γύρισε στο νησί, τίποτε δεν ήταν όπως το θυμόταν.

Το χωριό είχε μεγαλώσει. Είχε γίνει κωμόπολη. Οι δρόμοι είχαν πλατύνει, σπίτια καινούργια είχαν υψωθεί εκεί όπου κάποτε υπήρχαν χωράφια και αλάνες, και άνθρωποι που γνώριζε είχαν γεράσει ή είχαν φύγει.

Ήταν χειμώνας. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και ο ουρανός ήταν βαρύς.

Στάθηκε μπροστά στο πατρικό του. Το σπίτι ήταν ερειπωμένο. Εγκαταλειμμένο για χρόνια.

Κοίταξε τους τοίχους, την αυλή, τα παράθυρα.

Και τότε την είδε. Η τερατσιά στεκόταν ακόμη εκεί.

Όπως την είχε αφήσει. Ακίνητη. Πεισματάρα. Ζωντανή.

Χαμογέλασε. Δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο για να αποφασίσει.

Επισκεύασε το σπίτι. Και ύστερα έκανε κάτι που κανείς στον τόπο του δεν περίμενε.

Άνοιξε ένα γραφείο. Όχι ένα συνηθισμένο γραφείο.

Ένα Γραφείο Ερευνών για τη Ζωή μετά τον Θάνατο.

Ήταν το πρώτο του είδους του — τουλάχιστον έτσι πίστευε.

Στα καφενεία έγινε αμέσως θέμα συζήτησης.

Οι άνθρωποι δεν καταλάβαιναν. Ρωτούσαν μεταξύ τους, αλλά όχι τον ίδιο.

Τον κοιτούσαν από απόσταση, με περιέργεια, καχυποψία και κάποιες φορές με ειρωνεία.

Ο Κυριάκος δεν ενοχλούνταν. Ήξερε πως κάθε καινούργιο πράγμα πρώτα προκαλεί γέλιο και ύστερα φόβο.

Διαμόρφωσε τον χώρο του με βιβλιοθήκες γεμάτες θρησκευτικά και επιστημονικά βιβλία. Ένα μεγάλο τραπέζι με καρέκλες για τους επισκέπτες. Ένα γραφείο λιτό, χωρίς περιττά αντικείμενα.

Ήθελε ο χώρος να είναι ζεστός. Σχεδόν εξομολογητικός. Να μπορεί ο άνθρωπος που θα περνούσε το κατώφλι να αισθανθεί πως μπορούσε να μιλήσει.

Οι πρώτοι επισκέπτες ήταν χωριανοί. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι από υποχρέωση και άλλοι επειδή ήθελαν να δουν τι ακριβώς έκανε ο Κυριάκος.

Εκείνος τους εξηγούσε ήρεμα πως δεν ήταν μάγος.

Δεν ήταν μέντιουμ. Δεν υποσχόταν επικοινωνία με νεκρούς. Δεν ζητούσε από κανέναν να πιστέψει σε κάτι.

Ερευνούσε. Άκουγε. Παρατηρούσε. Και προσπαθούσε να βρει την αλήθεια.

Μια μέρα πέρασε από το γραφείο και ο ιερέας. Τον κοίταξε με βλέμμα αυστηρό. Τον προειδοποίησε να μην ξεφύγει από τις Γραφές.

Ο Κυριάκος τον άκουσε με σεβασμό. Του είπε πως δεν είχε πρόθεση να αντικρούσει την πίστη κανενός.

Ήθελε μόνο να κατανοήσει βαθύτερα όσα ο άνθρωπος δυσκολεύεται να εξηγήσει.

Ο ιερέας έφυγε χωρίς να πει περισσότερα.

Και το γραφείο συνέχισε να περιμένει. Για μια υπόθεση. Για έναν άνθρωπο. Για κάτι που θα έδινε πραγματικό νόημα σε όλα εκείνα που ο Κυριάκος είχε ζήσει.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ / ISBN 9925-8440-0-5

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ Η θάλασσα ήταν ήρεμη εκείνο το βράδυ. Παράξενα ήρεμη. Ο Κυριακός στεκόταν μόνος στον γιαλό και ατένιζε τα σκοτεινά ...