Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ / ΚΕΦ. 8 (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ)

Η Βέρα αραίωσε τις επισκέψεις της. Όχι γιατί το ήθελε, αλλά επειδή ήξερε τον Κυριακό.

Ο Κυριακός δεν αναρωτιόταν γιατί. Όχι επειδή δεν τον ενδιέφερε, αλλά επειδή την ήξερε. Καταλάβαινε τον τρόπο που σκεφτόταν και, κυρίως, ήξερε πως δεν ήταν γυναίκα που εγκατέλειπε εύκολα αυτό που είχε αποφασίσει να διεκδικήσει.

Η Βέρα ήταν αρκετά έξυπνη ώστε να καταλάβει πως η επιμονή, όταν γίνεται υπερβολική, κουράζει. Έτσι, έκανε λίγο πίσω. Αποφάσισε να αφήσει τον χρόνο να κάνει τη δική του δουλειά. Δεν ήθελε να τον πιέζει ούτε να του υπενθυμίζει καθημερινά την παρουσία της. Ήθελε να αφήσει τα πράγματα να κυλήσουν φυσικά, ώστε, αν κάποτε η παλιά τους σχέση επέστρεφε, να μπορούσε να γίνει χωρίς απαιτήσεις και χωρίς να χρειαστεί κανείς να τη διεκδικήσει.

Τον άφηνε μόνο με τις σκέψεις του. Με τις αναμνήσεις του. Με όσα είχαν ζήσει και με όσα, παρά τη θέλησή του, εξακολουθούσαν να υπάρχουν μέσα του. Ήξερε πως ο Κυριακός χρειαζόταν χρόνο. Ήξερε επίσης πως ο χρόνος, πολλές φορές, κάνει αυτό που δεν μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι. Μαλακώνει τις πληγές, σβήνει τις αιχμηρές γωνίες της μνήμης και αφήνει πίσω του μόνο όσα άξιζαν πραγματικά να μείνουν. Η απουσία της, λοιπόν, δεν ήταν αδιαφορία. Ήταν στάση. Ένα βήμα πίσω. Υπολογισμένο, αλλά όχι ψυχρό. Σαν εκείνους τους ανθρώπους που καταλαβαίνουν πως, κάποτε, η σιωπή μπορεί να μιλήσει πιο δυνατά από οποιαδήποτε εξήγηση. Δεν είχε φύγει από τη ζωή του. Είχε απλώς απομακρυνθεί. Είχε πάψει να την ταράζει. Και αυτό, παράξενα, την έκανε περισσότερο αισθητή.

Ο Κυριακός άρχισε να το αντιλαμβάνεται σε στιγμές που δεν το περίμενε. Σε ένα ήσυχο βράδυ, όταν επέστρεφε μόνος στο σπίτι. Σε μια γνώριμη διαδρομή. Σε ένα τραγούδι που του έφερνε κάποια παλιά ανάμνηση. Σε εκείνες τις μικρές στιγμές όπου ο άνθρωπος μένει μόνος με τον εαυτό του και δεν μπορεί πια να ξεφύγει από όσα πραγματικά αισθάνεται.

Δεν αναρωτιόταν πού βρισκόταν η Βέρα. Αναρωτιόταν αν θα ήταν εκεί, αν κάποτε θα τη χρειαζόταν.

Και αυτή η σκέψη τον ενοχλούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνει, είχε αρχίσει να θεωρεί πιθανή την επιστροφή της.

Η Βέρα περίμενε. Και γι’ αυτό δεν έκανε τίποτα. Ήξερε πως, αν υπήρχε ακόμη κάτι ανάμεσά τους, θα έπρεπε αυτή τη φορά να γεννηθεί χωρίς πίεση. Χωρίς παιχνίδια. Χωρίς διεκδικήσεις.

Καταλάβαινε πλέον πως δεν μπορούσε να κερδίσει τον Κυριακό με την καπατσοσύνη της. Έπρεπε να τον αφήσει ελεύθερο να επιλέξει. Να τη νοσταλγήσει. Να τη συγχωρέσει.

Έτσι, όταν κάποια μέρα ο Κυριακός άκουσε ξανά τη φωνή της στο τηλέφωνο, δεν ξαφνιάστηκε. Δεν ένιωσε πως κάποιος επέστρεφε. Ένιωσε πως κάποιος που δεν είχε φύγει ποτέ πραγματικά ξαναμπήκε για λίγο στο φως.

«Κυριακέ…»

Εκείνος χαμογέλασε χωρίς να το καταλάβει.

«Βέρα.»

Δεν χρειάστηκαν εξηγήσεις. Δεν υπήρχε λόγος να μιλήσουν για το παρελθόν ούτε να υποσχεθούν το μέλλον. Κάποια πράγματα, όταν έχουν περάσει από τη δοκιμασία του χρόνου, δεν χρειάζονται πια πολλές λέξεις.

Ο Κυριακός κατάλαβε τότε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να παραδεχτεί. Η Βέρα δεν απαιτούσε πλέον χώρο στη ζωή του. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς ο χώρος της υπήρχε ακόμη.

Όχι ως υπόσχεση. Όχι ως λύτρωση. Ούτε ως επιστροφή σε όσα είχαν υπάρξει. Αλλά ως συνέχεια.

Μια ήσυχη συνέχεια, που θα άφηνε πίσω όσα τους είχαν πληγώσει και θα αναζητούσε μόνο όσα τους ένωναν.

Ο Κυριακός ήξερε, όμως, πως, αν έσμιγαν ξανά, κάποια μέρα ίσως θα ερχόταν και πάλι ο χωρισμός. Η Βέρα ήταν ατίθαση. Μια γυναίκα που, όταν αποφάσιζε κάτι, το έκανε χωρίς να σκέφτεται πάντοτε τις συνέπειες, χωρίς να αναρωτιέται αν ήταν σωστό ή λάθος… Αρκούσε που το ήθελε.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ / ISBN 9925-8440-0-5

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ Η θάλασσα ήταν ήρεμη εκείνο το βράδυ. Παράξενα ήρεμη. Ο Κυριακός στεκόταν μόνος στον γιαλό και ατένιζε τα σκοτεινά ...