ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ / ΚΕΦ. 14 (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ)

Η Ελένη είχε φύγει. Είχε έρθει η ώρα να συνεχίσει τη ζωή της μόνη, χωρίς τον Αλή. Έφυγε σαν κάποιος που είχε ολοκληρώσει έναν κύκλο και γνώριζε πότε έπρεπε να τον κλείσει.

Δεν χάθηκε ούτε απομακρύνθηκε με θυμό. Πήρε μαζί της ό,τι της ανήκε πραγματικά: τον εαυτό της και τις εμπειρίες της. Και άφησε πίσω της ό,τι δεν της ανήκε ποτέ. Τον Κυριάκο.

Εκείνος, στην αυλή, κάτω από τη βαριά σκιά της τερατσιάς, ένιωθε πως κάτι από τη σιωπηλή παρουσία της είχε μείνει ακόμη εκεί. Όχι σαν βάρος, αλλά σαν ανάμνηση. Σαν να του είχε δανείσει για λίγο κάτι από τον εαυτό της.

Το θαλασσινό αεράκι που ερχόταν από τη δύση ανακάτευε τα φύλλα της τερατσιάς και έφερνε μαζί του τη γνώριμη αλμύρα της θάλασσας. Ο Κυριάκος το άφηνε να περνά από πάνω του και να του ξυπνά μια αδιόρατη διάθεση για ζωή — όχι για δράση με την επιφανειακή της έννοια, αλλά για εκείνη τη βαθύτερη εσωτερική κίνηση που ωριμάζει τη σκέψη και καταλαγιάζει το συναίσθημα.

Οικονομικά ανεξάρτητος και απαλλαγμένος από τις καθημερινές έγνοιες, είχε μάθει πλέον να επιλέγει τις υποθέσεις που αναλάμβανε. Το όνομά του ως ερευνητή είχε αποκτήσει τη δική του, ιδιότυπη φήμη. Τον θεωρούσαν άνθρωπο της λογικής και της ανάλυσης, ικανό να αντλεί σημαντικά συμπεράσματα από λεπτομέρειες που οι περισσότεροι προσπερνούσαν.

Τώρα, όμως, είχε σχεδόν αποσυρθεί. Δεχόταν μόνο ό,τι πραγματικά τον ενδιέφερε και αφιέρωνε τον περισσότερο χρόνο του στη μελέτη, στην παρατήρηση και στη συγγραφή. Είχε φτάσει σε μια ηλικία όπου δεν ένιωθε πια την ανάγκη να αποδεικνύει τίποτε σε κανέναν.

Ο χρόνος δεν τον πίεζε. Απλωνόταν μπροστά του άφθονος και σιωπηλός.

Τις ζεστές μέρες καθόταν κάτω από την τερατσιά και άφηνε τη σκέψη του να περιπλανιέται. Τις δροσερές νύχτες, πίσω από το γραφείο του, βυθιζόταν για ώρες στα βιβλία και στις σημειώσεις του, γράφοντας, σβήνοντας και ξαναγράφοντας, αναζητώντας πολλές φορές κάτι που ούτε ο ίδιος μπορούσε να ονομάσει.

Η Ελένη είχε μείνει κάπου μακριά, σαν ανάμνηση που δεν ξεθωριάζει, αλλά αλλάζει μορφή με τον χρόνο.

Η Βέρα, όμως, παρέμενε δίπλα του. Σταθερή και διακριτική, χωρίς απαιτήσεις και χωρίς περιττές κουβέντες. Δεν ζητούσε τίτλους, δεν απαιτούσε εξηγήσεις. Η παρουσία της ήταν αρκετή.

Ήταν μια ήσυχη ζωή. Μια ζωή που ο Κυριάκος είχε επιλέξει και, με τον δικό του τρόπο, είχε μάθει να αγαπά.

Ώσπου, μια μέρα, έφτασε ένα γράμμα από δικηγορικό γραφείο.

Το άνοιξε χωρίς ιδιαίτερη περιέργεια. Δεν περίμενε τίποτε σημαντικό. Καθώς όμως διάβαζε τις πρώτες γραμμές, το βλέμμα του σταμάτησε.

Ξαναδιάβασε την παράγραφο. Ύστερα άλλη μία φορά.

Ήταν ο μοναδικός κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας.

Του Αλή.

Έμεινε για λίγο ακίνητος.

Ο Αλή... Ακόμη και νεκρός, έμοιαζε να βρίσκει έναν τρόπο να επιστρέφει στη ζωή του. Σαν να μην είχε ολοκληρώσει όσα ήθελε να του πει. Σαν να είχε αφήσει πίσω του κάτι που τώρα ζητούσε από εκείνον να το σηκώσει.

Δεν χρειαζόταν καμία κληρονομιά για να θυμάται τον Αλή. Ήταν φίλοι. Όχι από εκείνες τις εύκολες φιλίες που γεννιούνται στην άνεση και χάνονται στην πρώτη δυσκολία. Η δική τους είχε σφυρηλατηθεί αλλιώς — μέσα από συμπτώσεις που έμοιαζαν με δοκιμασίες, μέσα από καταστάσεις όπου δεν υπήρχε χώρος για προσποιήσεις.

Ανάμεσά τους είχαν δημιουργηθεί δεσμοί που δεν μετριούνται με χρήματα: εκτίμηση, κατανόηση, αλληλεγγύη. Και πάνω απ’ όλα, μια σιωπηλή εμπιστοσύνη που δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθεί.

Ο Κυριάκος δεν θα τον ξεχνούσε. Ο Αλή ήταν κομμάτι μιας άλλης ζωής. Μιας ζωής που είχε περάσει, αλλά δεν είχε σβήσει. Μιας ζωής που τους είχε ενώσει με τρόπο αμετάκλητο και είχε αφήσει πίσω της ίχνη που ο χρόνος δεν μπορούσε να διαγράψει.

Και τώρα, με το γράμμα στα χέρια και το όνομα του Αλή μπροστά του, όλα έμοιαζαν να δένουν μεταξύ τους με έναν τρόπο που δεν του άρεσε καθόλου.

Ήταν βέβαιος πως ο μακαρίτης φίλος του δεν του άφηνε μόνο χρήματα. Του άφηνε και μια κληρονομιά ευθύνης.

Η περιουσία ήταν όλη δική του. Μπορούσε να τη διαχειριστεί όπως εκείνος έκρινε. Υπήρχε, όμως, μια παράκληση:

Να προφυλάξει την Ελένη.

Ο Κυριάκος ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα.

Η Ελένη.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είχε γίνει κι εκείνη μέρος της ζωής του. Όχι όπως παλιά, αλλά μέσα από έναν δεσμό που δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει.

Ο Αλή, ακόμη και μετά τον θάνατό του, συνέχιζε να του δημιουργεί ερωτήματα.

Η περιουσία ήταν τεράστια. Αμέτρητη σχεδόν. Ο Κυριάκος δεν ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του. Θα δημιουργούσε ένα ίδρυμα.

Όχι για να ξεπλύνει το παρελθόν του Αλή. Ούτε για να κρύψει την προέλευση των χρημάτων. Το παρελθόν δεν σβήνει με φιλανθρωπίες.

Ήθελε, όμως, να μετατρέψει ένα μέρος εκείνης της σκοτεινής κληρονομιάς σε κάτι που θα βοηθούσε ανθρώπους οι οποίοι είχαν βρεθεί στο περιθώριο. Ανθρώπους που δεν είχαν κανέναν. Ανθρώπους στους οποίους η ζωή δεν είχε αφήσει δεύτερη επιλογή.

Και τότε το όνομα ήρθε μόνο του:

«Ίδρυμα Δεύτερης Ευκαιρίας».

Έμεινε για λίγο να το κοιτάζει νοερά.

Δεν ήταν τυχαίο. Ήταν σαν μια ομολογία του Αλή από την άλλη πλευρά της ζωής. Σαν να του έλεγε:

Εσύ μου την έδωσες. Τώρα δώσ’ την κι εσύ.

Ο Κυριάκος άφησε τα χαρτιά πάνω στο γραφείο. Δεν ένιωθε ευγνωμοσύνη ούτε συγκίνηση. Ένιωθε βάρος και ευθύνη.

Ήξερε από πού προέρχονταν αυτά τα χρήματα. Και ήξερε πως, αν τα αποδεχόταν, δεν θα ήταν απλώς κληρονόμος. Θα γινόταν ο άνθρωπος που θα αποφάσιζε τι θα άφηνε πίσω του ο Αλή.

Για μια στιγμή σκέφτηκε να τα απορρίψει όλα. Να κλείσει τον φάκελο, να τον επιστρέψει και να τελειώσει εκεί.

Δεν το έκανε.

Γιατί, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί, μέσα του γνώριζε πως η πραγματική απόφαση είχε παρθεί χρόνια πριν. Εκείνο το βράδυ, στο πλοίο. Τότε που είχε ανοίξει την πόρτα στις σεντίνες και είχε επιλέξει να μη φωνάξει και να μην καταδικάσει τον Αλή.

Τότε είχε δώσει στον Αλή μια δεύτερη ευκαιρία.

Τώρα η ζωή του ζητούσε να κάνει το ίδιο για άλλους.

Ο Κυριάκος αφιέρωσε τις επόμενες εβδομάδες στην οργάνωση του ιδρύματος. Ήθελε όλα να γίνουν νόμιμα, καθαρά και με τρόπο που να μην προσβάλλει ούτε τους ανθρώπους που θα βοηθούσε ούτε τη μνήμη εκείνων που θα ευεργετούνταν από αυτό.

Δεν ήθελε ένα ίδρυμα γεμάτο γραφεία και σφραγίδες. Ήθελε έναν τόπο όπου ένας άνθρωπος που είχε χάσει τα πάντα θα μπορούσε να ξαναβρεί κάτι από τη ζωή του. Ένα στήριγμα. Μια ευκαιρία. Έναν άνθρωπο να του πει πως δεν τελείωσαν όλα.

Και τότε, χωρίς να το περιμένει, η πρώτη ευκαιρία παρουσιάστηκε μπροστά του.

Ήταν ένα απόγευμα που επέστρεφε από την πόλη. Μπήκε στην αυλή και, πριν προλάβει να αφήσει το σακάκι του, άκουσε φωνές από την κουζίνα.

Πλησίασε.

Η Βέρα ήταν εκεί. Και μαζί της ένα παιδί. Δεν θα ήταν πάνω από έξι χρονών. Μελαχρινό, λεπτό, με όμορφο πρόσωπο, παρά την ταλαιπωρία που είχε γνωρίσει.

Καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε με τέτοια λαιμαργία, ώστε σχεδόν δεν προλάβαινε να μασήσει. Κατάπινε τις μπουκιές βιαστικά, σαν να φοβόταν μήπως κάποιος του πάρει το πιάτο.

Ήταν φανερό πως είχε μέρες να φάει κανονικά.

Η Βέρα στεκόταν δίπλα του και το παρακολουθούσε με βλέμμα γεμάτο συμπόνια.

Ο Κυριάκος δεν μίλησε αμέσως. Η Βέρα σήκωσε τα μάτια της.

«Το βρήκα έξω από την αυλόπορτα», του είπε.

Ο Κυριάκος κοίταξε το παιδί.

«Μόνο του;»

Η Βέρα έγνεψε.

«Μόνο του.»

Το παιδί συνέχισε να τρώει. Η Βέρα του είχε ανοίξει την πόρτα και το είχε βάλει μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν ταλαιπωρημένο, σκυφτό, ρακένδυτο. Όταν την είχε κοιτάξει, το βλέμμα του ήταν τόσο ικετευτικό, ώστε δεν χρειάστηκε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει.

Το περιμάζεψε. Απλώς. Όπως κάνει κανείς όταν βλέπει μπροστά του έναν άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια.

Ο Κυριάκος πλησίασε. Το παιδί σήκωσε για λίγο τα μάτια του. Συναντήθηκαν τα βλέμματά τους και κάτι μέσα του σφίχτηκε.

Κατάλαβε αμέσως. Ήταν ένα από τα τραγικά πρόσωπα της εποχής.

Ο πόλεμος στη Συρία. Οι ανελέητοι έμποροι των ανθρώπων, που φόρτωναν παιδιά σε σαπιοκάραβα και τα άφηναν στη θάλασσα να παλέψουν μόνα τους για τη ζωή.

Δεν είχε έρθει στην Κύπρο από επιλογή. Τον είχε φέρει ο πόλεμος. Ήταν ακόμη παιδί όταν άφησε πίσω του τη γη που τον είχε γεννήσει — μια γη που μέσα σε λίγους μήνες είχε μετατραπεί από σπίτι σε εφιάλτη.

Οι δρόμοι που γνώριζε γέμισαν φόβο. Τα πρόσωπα που τον κρατούσαν όρθιο χάθηκαν μέσα στο χάος. Οι γονείς του εξαφανίστηκαν κάπου ανάμεσα στη φυγή και στην καταστροφή.

Και μαζί τους χάθηκε και η παιδική του ηλικία.

Έφτασε μόνος. Χωρίς χέρι να τον κρατά, χωρίς άνθρωπο να τον περιμένει, χωρίς κάποιον να του πει πού θα κοιμηθεί την επόμενη νύχτα.

Στους δρόμους μιας ξένης χώρας έγινε σχεδόν αόρατος. Ένα παιδί χωρίς παρελθόν, χωρίς βεβαιότητα για το αύριο.

Κάποιοι άνθρωποι τον πήραν μαζί τους. Ξένοι, περαστικοί, που τον παρουσίαζαν σαν δικό τους παιδί για να περάσουν σύνορα ή να εξασφαλίσουν χρήματα και διευκολύνσεις.

Το παιδί δεν ήξερε αν έπρεπε να τους φοβάται ή να τους ευγνωμονεί. Ακολουθούσε. Δεν είχε άλλη επιλογή.

Κι όταν πια δεν το χρειάζονταν, το άφησαν. Έξω από μια αυλόπορτα.

Ο Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο σφίξιμο. Το ίδιο που είχε νιώσει χρόνια πριν, εκείνο το βράδυ στο πλοίο. Το βάρος της επιλογής.

Κοίταξε τη Βέρα. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν.

Ο Κυριακός κατάλαβε πως το παιδί αυτό είχε ήδη μπει στη ζωή τους. Το μόνο ερώτημα ήταν τι θα έκαναν από εδώ και πέρα.

Πλησίασε περισσότερο. Το παιδί σταμάτησε να τρώει και τον κοίταξε.

Στο βλέμμα του υπήρχε ακόμη φόβος. Αλλά τώρα υπήρχε και κάτι άλλο. Μια μικρή, σχεδόν αόρατη ελπίδα.

Και τότε ο Κυριακός το ήξερε.

Ίσως αυτό να ήταν το πρώτο πραγματικό έργο του ιδρύματος.

Η μικρή έρευνα που έκανε τις επόμενες ημέρες επιβεβαίωσε όσα είχαν ήδη υποψιαστεί. Κάποιοι το είχαν φέρει μαζί τους όχι από φροντίδα, αλλά από συμφέρον. Το παρουσίαζαν ως δικό τους παιδί, ελπίζοντας να εξασφαλίσουν επιδόματα και άλλες διευκολύνσεις.

Όταν οι προσπάθειές τους απέτυχαν, το εγκατέλειψαν. Απλά. Σιωπηλά. Οριστικά.

Ο Κυριακός δεν χρειάστηκε περισσότερες αποδείξεις. Με τη Βέρα δεν αντάλλαξαν παρά ελάχιστες κουβέντες.

Είχαν ήδη αποφασίσει.

Το ίδρυμα θα ξεκινούσε από αυτό το παιδί.

Οι διαδικασίες, όμως, απαιτούσαν χρόνο. Και το παιδί δεν είχε χρόνο για να περιμένει. Έτσι, αποφάσισαν να το κρατήσουν κοντά τους.

Οι ημέρες που ακολούθησαν άλλαξαν αθόρυβα τον ρυθμό του σπιτιού.

Ένα πιάτο παραπάνω στο τραπέζι. Ένα μικρό σώμα που περιφερόταν διστακτικά στους χώρους. Μάτια που στην αρχή απέφευγαν τους άλλους και, σιγά σιγά, άρχισαν να σηκώνονται.

Το παιδί άρχισε να νιώθει ασφαλές. Και μαζί με αυτό, κάτι άλλαζε και μέσα στον Κυριακό και στη Βέρα.

Οι δουλειές του σπιτιού δεν ήταν ούτε βαριές ούτε πολλές. Η οικονόμος, όταν τελείωνε όσα είχε να κάνει, καθόταν λίγο παραπέρα, πάντα πρόθυμη να σηκωθεί αμέσως αν κάποιος τη χρειαζόταν. Τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο της τον περνούσε με το κινητό στο χέρι, περιδιαβαίνοντας για ώρες στο διαδίκτυο.

Τώρα, όμως, η παρουσία του παιδιού άρχισε να αλλάζει και τη δική της καθημερινότητα.

Στην αρχή το παρατηρούσε από απόσταση. Δεν ήθελε να ανακατευτεί περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Σιγά σιγά, όμως, άρχισε κι εκείνη να πλησιάζει.

Του έφερνε λιχουδιές να φάει, του τακτοποιούσε τα ρούχα, του έδειχνε πού βρισκόταν κάτι που έψαχνε.

Και όταν η Βέρα καθόταν μαζί του για να του μάθει γράμματα και λέξεις, η οικονόμος έμενε λίγο παραπέρα και παρακολουθούσε.

Χωρίς να το καταλάβει, άρχισε κι εκείνη να ενδιαφέρεται για το παιδί. Ίσως γιατί η παρουσία του είχε φέρει στο σπίτι κάτι που έλειπε για χρόνια.

Ζωή.

Η Βέρα ήταν εκείνη που ανέλαβε να του μάθει τη γλώσσα και να του ανοίξει τον δρόμο προς τον καινούργιο κόσμο στον οποίο είχε βρεθεί.

Η οικονόμος, όμως, το πλησίαζε διαφορετικά. Με τις μικρές καθημερινές φροντίδες. Με ένα πιάτο φαγητό. Με καθαρά ρούχα. Με μια κουβέντα. Με εκείνη την απλή, πρακτική καλοσύνη που δεν χρειάζεται πολλά λόγια.

Και χωρίς κανείς να το έχει σχεδιάσει, γύρω από το παιδί άρχισε να δημιουργείται ένας μικρός κύκλος ανθρώπων που το φρόντιζαν.

Ώσπου, κάποια στιγμή, έμαθαν το όνομά του.

Αλή.

Ο Κυριακός έμεινε ακίνητος.

Για μια στιγμή, ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος.

Η Βέρα τον κοίταξε. Δεν γνώριζε όλη την ιστορία του Αλή. Γνώριζε όμως αρκετά, ώστε να καταλάβει πως το όνομα αυτό δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο.

Ο Κυριακός κοίταξε το παιδί.

Αλή.

Το όνομα του νεκρού φίλου του.

Κάποια πράγματα μοιάζουν με συμπτώσεις. Κάποια άλλα, όμως, έρχονται στη ζωή μας σαν να έχουν προηγηθεί από εμάς.

Ο Κυριακός δεν προσπάθησε να εξηγήσει τίποτε. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε δίλημμα. Υπήρχε μόνο ευθύνη. Και, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, κάτι που έμοιαζε με λύτρωση.

Το παιδί ήταν πανέξυπνο. Μάθαινε γρήγορα.

Η Βέρα του μάθαινε τη γλώσσα, τα γράμματα, τις πρώτες λέξεις που θα του άνοιγαν τον δρόμο προς έναν κόσμο που μέχρι τότε του ήταν ξένος.

Το παιδί απορροφούσε τα πάντα. Κάθε λέξη. Κάθε χειρονομία. Κάθε καινούργιο πράγμα.

Και πάνω απ’ όλα, παρακολουθούσε τη Βέρα. Την κοίταζε σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο μέσα από εκείνη.

Η Βέρα δεν ήταν μόνο εκείνη που του έδινε μαθήματα. Ήταν το πρώτο σταθερό πρόσωπο στη ζωή του. Η γυναίκα που του έδινε φαγητό χωρίς να ζητά τίποτα. Που του εξηγούσε τις λέξεις χωρίς να γελά όταν τις μπέρδευε. Που του έδειχνε πως μπορούσε να κάνει λάθος χωρίς να φοβάται.

Του έδινε μητρική αγάπη.

Και όταν, ένα βράδυ, χωρίς να το σκεφτεί, έτρεξε και την αγκάλιασε, εκείνη έμεινε για λίγο ακίνητη.

Ύστερα τον αγκάλιασε κι εκείνη.

Χωρίς λόγια.

Από εκείνη τη στιγμή κάτι είχε αλλάξει.

Δεν ήταν πια απλώς ένα παιδί που φιλοξενούσαν. Είχε γίνει μέρος της καθημερινότητάς τους. Και η καθημερινότητα, όταν επαναλαμβάνεται με αγάπη, κάποτε γίνεται δεσμός.

Χωρίς να το επιδιώξουν, άρχισαν να ανακαλύπτουν μέσα από τον Αλή κάτι που είχαν ξεχάσει: την αίσθηση της οικογένειας.

Τα βράδια, όταν ο Αλή κοιμόταν, οι δυο τους κάθονταν και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Για την πρόοδό του. Για όσα είχε περάσει. Για όσα ήθελαν να του προσφέρουν. Και, κυρίως, για το μέλλον του.

Δεν ήξεραν ακόμη πού θα οδηγούσε αυτή η ιστορία.

Ήξεραν όμως πως δεν μπορούσαν να τον επιστρέψουν στη μοναξιά από την οποία τον είχαν βγάλει.

Και ο Κυριακός, που για χρόνια είχε μάθει να ζει μόνος με τις σκέψεις του, άρχισε να καταλαβαίνει πως υπάρχουν πράγματα που δεν λύνονται με τη λογική.

Απλώς συμβαίνουν.

Ένα παιδί που κάποτε δεν είχε κανέναν, είχε τώρα ανθρώπους που το περίμεναν να γυρίσει στο σπίτι.

Και τότε ο Κυριακός κατάλαβε πως η ζωή είχε έναν παράξενο τρόπο να επιστρέφει στους ανθρώπους όσα κάποτε είχαν δώσει.

Χρόνια πριν είχε κρύψει έναν κυνηγημένο άνθρωπο μέσα στις σκιές ενός πλοίου. Εκείνος ο άνθρωπος του άφησε μια περιουσία. Κι εκείνη η περιουσία έφερε τώρα στο σπίτι τους ένα παιδί.

Ο Αλή είχε ζητήσει από τον Κυριακό να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Ο Κυριακός την είχε δώσει.

Και τώρα, χωρίς να το ξέρει κανείς, εκείνη η δεύτερη ευκαιρία είχε επιστρέψει στον ίδιο.

Με το όνομα Αλή.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν μια ευκαιρία για να σωθεί ένας άνθρωπος από τον θάνατο.

Ήταν μια ευκαιρία για να μάθει ένα παιδί πώς είναι να ζεις.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ / ISBN 9925-8440-0-5

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ Η θάλασσα ήταν ήρεμη εκείνο το βράδυ. Παράξενα ήρεμη. Ο Κυριακός στεκόταν μόνος στον γιαλό και ατένιζε τα σκοτεινά ...