Ήρθε από τη γειτονική πόλη ένα βροχερό απόγευμα, όταν
ο ουρανός χαμήλωνε τόσο που έμοιαζε να ακουμπά τις στέγες. Ένα μεγάλο, μαύρο αυτοκίνητο
σταμάτησε έξω από το γραφείο. Η πόρτα άνοιξε και πρώτα ένας κοντός άνδρας
ντυμένος κι αυτός στα μαύρα, που έριξε ένα γρήγορο βλέμμα γύρω, σαν να φοβόταν
μήπως κάποιος τους παρακολουθεί. Έπειτα κατέβηκε εκείνη.
Ψηλή, επιβλητική, με σώμα που κινούνταν σαν να υπαγορεύει
το χώρο γύρω της, πρόσωπο ακαταμάχητα όμορφο αλλά σφιγμένο, και βλέμμα βαθύ,
που έκρυβε τόσα όσα ήθελε να κρατήσει μυστικά. Η θηλυκότητά της δεν ήταν
επιδεικτική, ήταν υποδόρια, σχεδόν επικίνδυνη, σαν μαγνήτης που τραβούσε κάθε βλέμμα.
Ο τρόπος που στεκόταν, οι αδιόρατες κινήσεις της, η ήρεμη, βραδεία αναπνοή της,
δημιουργούσαν μια αίσθηση ότι ο χώρος είχε γίνει πιο ζεστός, πιο γεμάτος. Όχι
γυναίκα που είχε έρθει από περιέργεια. Αλλά γυναίκα που, χωρίς να το επιδιώκει,
έκανε την επιθυμία αόρατα ορατή και ταυτόχρονα προειδοποιούσε: μην πλησιάσεις.
Ο Κυριακός την υποδέχτηκε χωρίς ερωτήσεις. Της έδειξε
την καρέκλα απέναντί του και περίμενε. Είχε μάθει πως οι άνθρωποι που κουβαλούν
αλήθειες, αν πιεστούν, κλείνονται περισσότερο. Κάτω όμως από τη φαινομενική
ψυχραιμία του, κάτι μέσα του ταράχτηκε. Όχι μόνο από την ομορφιά της, αλλά από
τη δύναμη που εξέπεμπε — μια θηλυκότητα σιωπηλή, απαιτητική, που γεννούσε
σκέψεις και τις καταπίεζε ταυτόχρονα. Κάθε λεπτό μαζί της ανέβαζε την ένταση
μέσα του, ένα μίγμα θαυμασμού και αναστάτωσης που δεν τολμούσε να αφήσει να φανεί.
Έβγαλε αργά τα γάντια της και τα άφησε στο τραπέζι. Τα
χέρια της έτρεμαν ανεπαίσθητα.
«Δεν ξέρω αν βρίσκομαι στο σωστό μέρος», είπε τελικά.
«Κανείς δεν το ξέρει όταν έρχεται εδώ», απάντησε ήρεμα ο Κυριακός.
Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Είμαι η Βέρα Σιαμμά, χήρα. Ο άνδρας μου πέθανε πριν
έξι μήνες. Είπαν πως ήταν ατύχημα. Όλοι το δέχτηκαν. Εκτός από εμένα.»
Ο Κυριακός κράτησε σιωπή, παρατηρώντας κάθε λεπτό της
παρουσίας της: τον τρόπο που σφιγγόταν, το μικρό τρέμουλο στα δάχτυλά της, το
βλέμμα που απέφευγε το δικό του για να μην προδώσει τι ένιωθε. Κάτι μέσα του
αντιδρούσε, μια ζεστή, ανεξήγητη ενέργεια που τον έκανε να νιώθει ζωντανός και
ταυτόχρονα επικίνδυνα τρωτός.
«Δεν πιστεύω πως τον σκότωσα», είπε, η φωνή της ράγισε,
«αλλά πιστεύω πως… τον έσπρωξα προς τον θάνατο.»
Μίλησε για τους τελευταίους μήνες του γάμου τους, για
τις σιωπές και τις λέξεις που έμειναν να αιωρούνται σαν κατάρες. Για εκείνο το
τελευταίο βράδυ που κοιμήθηκαν σε χωριστά δωμάτια.
«Το πρωί ήταν νεκρός», ψιθύρισε. «Και από τότε… δεν
κοιμάμαι.»
Του περιέγραψε τα όνειρά της: πάντα σκοτάδι, σιωπή,
και ο άνδρας της να στέκεται απέναντί της, ακίνητος. Μόνο την κοιτούσε.
«Δεν ξέρω αν είναι φάντασμα», είπε, «ή η συνείδησή μου.»
Ο Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο βάρος να εγκαθίσταται
μέσα του. Είχε δει αυτό το βλέμμα ξανά και ξανά στα ταξίδια του, στους ανθρώπους
που είχαν έρθει κοντά στον θάνατο χωρίς να πεθάνουν.
«Οι νεκροί», είπε αργά, «σπάνια επιστρέφουν για να
τρομάξουν. Οι τύψεις είναι αυτές που δεν αφήνουν τους ζωντανούς να ησυχάσουν.»
Η Βέρα τον κοίταξε επίμονα.
«Κι αν δεν είναι μόνο τύψεις;»
Ο Κυριακός σώπασε, ύστερα σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά
στη βιβλιοθήκη. Πέρασε το χέρι του πάνω από ράχες βιβλίων — θεολογία, φιλοσοφία,
ιατρική, μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν αγγίξει τα όρια.
«Υπάρχουν περιπτώσεις», είπε χωρίς να την κοιτά, «που κάτι
μένει ανολοκλήρωτο. Όχι γιατί ο νεκρός δεν βρίσκει ανάπαυση, αλλά γιατί ο
ζωντανός δεν αντέχει την αλήθεια.»
Η Βέρα δάκρυσε, όχι από φόβο, αλλά από ανακούφιση.
«Θέλω να μάθω», είπε. «Ακόμα κι αν πονέσει.»
Ο Κυριακός κατάλαβε πως αυτή η υπόθεση δεν θα τελείωνε
με εύκολες απαντήσεις. Δεν θα ήταν θέμα φαντασμάτων ή μεταφυσικών φαινομένων·
θα ήταν κάθοδος βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή, στη μνήμη, στην ενοχή.
Καθώς προχωρούσε η έρευνα, φάνηκε ο χαρακτήρας της
Βέρας: ήταν γυναίκα αυτάρεσκη και χειριστική. Ήξερε τον θαυμασμό που προκαλούσε
και είχε συνηθίσει από παιδί να τον εκμεταλλεύεται. Οι άλλοι μαγεύονταν και γίνονταν
υποχείριά της, κάτι που με τον χρόνο την έκανε αλαζόνα, να θέλει πάντα να
γίνεται το δικό της.
Τον άνδρα της τον αγαπούσε, αλλά από συνήθεια και
κεκτημένη ταχύτητα, με τα λόγια και τις μπηχτές της τον έκανε να ζηλεύει, να
πιστεύει πως τον παντρεύτηκε μόνο για τα χρήματα, πως δεν τον αγαπούσε, πως τον
εκμεταλλευόταν. Αυτές οι σκέψεις τον κατέτρωγαν, τον συνέθλιβαν, και όσο περνούσε
ο καιρός θλιβόταν όλο και περισσότερο, μαράζωνε, ώσπου οι σκέψεις του κόλλησαν
μέσα του και τον οδήγησαν ίσως στο μοιραίο.
Ο Κυριακός δεν χρειάστηκε να καταλάβει μόνο τι συνέβη.
Το δύσκολο ήταν να δείξει στη Βέρα πώς να ξεπεράσει την κρίση της συνείδησης και
να πάψει να αυτοτιμωρείται. Δεν την καταδίκασε, αντίθετα, της έδειξε πώς να βρει
ειρήνη και αποδοχή, κατανοώντας πως ο θάνατος δεν ήταν τιμωρία, αλλά συνέπεια
μιας σειράς παραδόξων γεγονότων.
Και μέσα από αυτήν την υπόθεση, συνειδητοποίησε
πως η δουλειά του δεν ήταν απλώς να συλλέγει πληροφορίες, αλλά να ξεμπλέκει τα
ανθρώπινα συναισθήματα από τα μυστήρια που τα κυκλώνουν, να φέρνει φως σε ψυχές
που αιωρούνται ανάμεσα στη λύπη, την ενοχή και την αλήθεια.
Η Βέρα Σιαμμά έγινε η πρώτη του
«επιτυχημένη υπόθεση». Όχι γιατί αποκάλυψε κάτι απρόσιτο, αλλά γιατί κατάφερε
να φέρει ανακούφιση και κατανόηση εκεί που υπήρχε μόνο πόνος, τύψεις και φόβος.
Αν
και η Βέρα εννόησε πως πιθανότατα αιτία του θανάτου του άνδρα της ήταν η ίδια,
μόλις κατάφερε με τις συμβουλές του Κυριακού, να ξεπεράσει
την κρίση συνείδησής της, εντούτοις, όπως ο σκορπιός έχει στη φύση του να
κεντρίζει, αποφάσισε να δοκιμάσει τον ίδιο τον Κυριακό. Παράξενη με την καθ’
όλα σοβαρή και σεμνή συμπεριφορά του απέναντί της, βλέποντας τη διαφορά του από
όλους όσους είχε γνωρίσει ως τότε, ήθελε να καταλάβει πόσο ακλόνητος ήταν, πόσο
μπορούσε να μείνει αλώβητος από τη σαγήνη της.
Η
θηλυκότητά της ξαναγύρισε ως όπλο. Κάθε κίνηση, κάθε βλέμμα, κάθε αναπνοή
φαινόταν να έχει στόχο να τον αναστατώσει.
Σταδιακά,
άρχισε να εκμεταλλεύεται αυτή τη δύναμη που γνώριζε καλά. Δεν ήταν επιδεικτική, ήταν
υποδόρια, σχεδόν αόρατη, αλλά με αμετάκλητη επίδραση. Όπως ο σκορπιός, δεν
χτύπαγε ανοιχτά, αλλά με ακρίβεια και υπομονή.
Κι
ενώ ένιωθε ευγνωμοσύνη που η εμπειρία της είχε μετατραπεί σε δυνατή φιλία με
τον Κυριακό, κάθε της επίσκεψη στο γραφείο του γινόταν αφορμή για παιχνίδι.
Πάντα
έφτανε με τη μεγάλη μαύρη κούρσα που οδηγούσε ο λιλιπούτειος σοφέρ της, ένας
ανθρωπάκος που έμοιαζε να κινείται στον κόσμο της ίδιας παράξενης σκιάς.
Καθώς
κατέβαινε από το αυτοκίνητο, το βλέμμα της έπεφτε στον Κυριακό και για μια
στιγμή η σιωπή ανάμεσά τους γινόταν φορτισμένη. Η παρουσία της γέμιζε τον χώρο
και κάθε λεπτομέρεια —ένα τυχαίο άγγιγμα στο τραπέζι, μια καθυστέρηση στο
βλέμμα, ένα χαμόγελο που δεν έφτανε στα μάτια— ήταν μέρος του παιχνιδιού.
Μα
ο Κυριακός παρέμενε απόλυτα επαγγελματικός. Κάθε αντίδραση του σώματός του, κάθε
εσωτερική αναστάτωση καταπνιγόταν κάτω από τη φαινομενική του ψυχραιμία.
Ήταν
αποφασισμένος να μην ανακατεύει τη δουλειά με άλλου είδους σχέσεις. Ήθελε να
μένει αμερόληπτος στην κρίση του, χωρίς διασυνδέσεις με συναισθήματα. Γι’ αυτό,
όσο και αν είχε σαγηνευτεί από τη Βέρα, έμενε σταθερός στην άποψή του και, με
ψυχραιμία πρωτόγνωρη, την κρατούσε σε απόσταση φιλίας.
Ωστόσο,
η παρουσία της άφηνε ίχνη. Αισθανόταν την αδιόρατη αύξηση της θερμοκρασίας στο
δωμάτιο, την ανεπαίσθητη ένταση στο βλέμμα της, την πλημμυρίδα κρυφών επιθυμιών
που, αν και δεν τις προέβαλλε, γέμιζαν τον αέρα.
Η
Βέρα συνειδητοποίησε πως ο Κυριακός δεν ήταν σαν τους άλλους. Δεν παραδινόταν,
δεν γοητευόταν εύκολα, δεν γινόταν υποχείριο. Αυτό το βρήκε συναρπαστικό και
ταυτόχρονα προκλητικό. Άρχισε λοιπόν να τον «δοκιμάζει» με λεπτά, υπονοούμενα
λόγια, με κοφτές ματιές που αιωρούνταν για λίγο παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε, με
αδιόρατες κινήσεις του σώματός της που ανέβαζαν την ένταση της παρουσίας της.
Ο
Κυριακός, με υπομονή και παρατήρηση, συνέχιζε να διαχωρίζει το συναίσθημα από
τα γεγονότα. Η σαγήνη της ήταν εργαλείο για να αποκαλύψει αλήθειες, κι εκείνος
ήξερε να μην παρασυρθεί. Αντί να πέσει θύμα του παιχνιδιού της, το
χρησιμοποίησε για να διαβάσει τα συναισθήματα που κρύβονταν πίσω από τα λόγια
και τις πράξεις της.
Σταδιακά,
η Βέρα κατάλαβε ότι η δύναμή της δεν θα ήταν αρκετή να τον κυριεύσει. Η
αξιοπιστία και η σταθερότητα του Κυριακού ήταν ισχυρότερες από κάθε σαγήνη. Κι
έτσι, η σχέση τους απέκτησε μια πιο σύνθετη αλληλεπίδραση: μια μάχη εξουσίας
και επιθυμίας, με τον Κυριακό να παραμένει οδηγός της διαδικασίας και τη Βέρα να
μαθαίνει να αφήνει τα μυστικά της, τις τύψεις της, αλλά και την επιρροή της,
υπό όρους.
Μέσα
από αυτή την ψυχολογική δοκιμασία, η Βέρα δεν άφησε απλώς την ενοχή της να
εξαφανιστεί. Άρχισε να κατανοεί τα όρια της δικής της δύναμης πάνω στους
άλλους. Ο Κυριακός, από την πλευρά του, συνειδητοποίησε πως η δουλειά του δεν
είναι μόνο να φέρνει αλήθεια και ανακούφιση, αλλά να αντέχει και τα παιχνίδια
της ανθρώπινης φύσης, να παρατηρεί, να καθοδηγεί και να προστατεύει χωρίς να
καταδικάζει.
Η
πρώτη του υπόθεση απέκτησε πλέον νέες διαστάσεις: δεν ήταν μόνο η διαχείριση
της ενοχής και της συνείδησης, αλλά και μια μάχη αμοιβαίου σεβασμού,
παρατηρητικότητας και ελέγχου των πιο βαθιών ανθρώπινων ενστίκτων.
Όμως
δεν μπορούσε να παραβλέψει την επίδραση που είχε η Βέρα πάνω του. Κάτω από τη
φαινομενική του ψυχραιμία, κάτι ταραζόταν. Μια ανεπαίσθητη ανησυχία του
υπενθύμιζε πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη αντίσταση όταν αντιμετωπίζει τον πειρασμό,
την επιθυμία, την αλήθεια που κρύβεται πίσω από μια σαγηνευτική μάσκα. Η Βέρα
δεν τον είχε προσβάλει. Δεν είχε κάνει τίποτα εμφανώς. Κι όμως, η παρουσία της
γέμιζε τον χώρο με μια αόρατη ένταση.
Τις
επόμενες εβδομάδες, άρχισε να τον επισκέπτεται συχνά, πάντα με τη μεγάλη μαύρη
κούρσα που οδηγούσε ο σοφέρ της. Κάθε της επίσκεψη ήταν ένα μικρό τεστ:
χαμόγελα που άφηναν υπονοούμενα, λέξεις που κρύβονταν πίσω από την ευγνωμοσύνη
για την υποστήριξη του Κυριακού, βλέμματα που ανέβαζαν την ένταση στο γραφείο.
Ο Κυριακός παρατηρούσε κάθε λεπτομέρεια: τον τρόπο που έσφιγγε τα δάχτυλά της
στο τραπέζι όταν σιωπούσε, το μικρό τρέμουλο στη φωνή της, την αδιόρατη
καθυστέρηση πριν απαντήσει σε κάθε ερώτηση.
Ένα
απόγευμα, καθώς η βροχή χτυπούσε τα τζάμια, η Βέρα ήρθε με ένα φάκελο στο χέρι.
«Έφερα κάτι», είπε, και άφησε τον φάκελο πάνω στο τραπέζι, σχεδόν αργά, σαν να
φοβόταν τη δική του αντίδραση. Ο Κυριακός άνοιξε προσεκτικά
τον φάκελο και βρήκε φωτογραφίες και σημειώσεις από το σπίτι της, από τις
τελευταίες ημέρες πριν από τον θάνατο του άνδρα της.
«Τι
είναι αυτό;» ρώτησε ήρεμα, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του σταθερή.
«Δεν
ξέρω…», είπε εκείνη, με τη φωνή να σπάει σχεδόν, «μόνο ήθελα να… να δω αν υπάρχει
κάτι που ξέχασα, κάτι που θα με βοηθούσε να καταλάβω. Και βρήκα αυτό.»
Ο
Κυριακός άνοιξε τον φάκελο και είδε τις φωτογραφίες και τις σημειώσεις που ήταν
μέσα, μέσα του ένιωσε να χτυπά ένα καμπανάκι, χωρίς όμως να μπορεί να εντοπίσει
κάτι το ιδιαίτερο. Δεν υπήρχε εμφανής λεπτομέρεια που να τραβά την προσοχή του.
Ίσως ήταν μια υποσυνείδητη ανάμνηση που συνδέθηκε με κάτι από το περιεχόμενο,
ίσως μια ενσυναισθητική, βαθιά θαμμένη αίσθηση που γεννήθηκε χωρίς λογική
εξήγηση.
Έμεινε
για λίγο σκεφτικός, προσπαθώντας να ανασύρει από τη μνήμη του κάτι συγκεκριμένο.
Τα βλέφαρά του χαμήλωσαν, το βλέμμα του πλανήθηκε στις εικόνες, όμως η σκέψη
δεν ολοκληρώθηκε. Ύστερα τα παράτησε. Έκλεισε τον φάκελο προσεκτικά και γύρισε
το πρόσωπό του προς την επισκέπτριά του.
Η
συζήτηση συνεχίστηκε. Μίλησαν αρχικά για την υπόθεση, για τις τελευταίες ημέρες
του άνδρα της, για όσα την απασχολούσαν ακόμη. Έπειτα, σχεδόν ανεπαίσθητα, η
κουβέντα ξέφυγε σε άλλα θέματα: στον καιρό, που εκείνο το απόγευμα βάραινε την
ατμόσφαιρα, στην πολιτική, στις αλλαγές που έβλεπαν γύρω τους. Οι λέξεις κυλούσαν
εύκολα, χωρίς ένταση, σαν να γνώριζαν ο ένας τον άλλο από παλιά.
Η
Βέρα έμεινε αρκετή ώρα. Δεν βιαζόταν να φύγει. Και ούτε ο Κυριακός το επιθυμούσε.
Ένιωθε πως η παρουσία της τον γέμιζε, τον ευχαριστούσε με έναν τρόπο ήσυχο αλλά
επίμονο. Κάποια στιγμή της πρότεινε να φάνε μαζί. Εκείνη δέχτηκε με εμφανή χαρά,
σαν να περίμενε αυτή την πρόταση. Έστειλαν τον σοφέρ στην πόλη να φέρει έτοιμο
φαγητό και ο Κυριακός άνοιξε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.
Το
ένα ποτήρι έφερε το άλλο. Η κουβέντα έγινε πιο χαλαρή, πιο ανθρώπινη. Γέλια
χαμηλά, παύσεις γεμάτες νόημα, βλέμματα που κρατούσαν λίγο περισσότερο απ’ όσο
χρειαζόταν. Η ώρα κυλούσε γρήγορα, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν να είχε χαθεί η αίσθηση
του χρόνου μέσα στο γραφείο.
Και
ύστερα, χωρίς να το καταλάβουν, ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Παρ’ όλη την έλξη
ανάμεσά τους —μια έλξη που πλανιόταν στον αέρα, φανερή και στους δύο— ο Κυριακός
κράτησε την απόσταση που είχε επιβάλει στον εαυτό του. Την καληνύχτισε ευγενικά
και τη συνόδευσε μέχρι το αυτοκίνητο. Η μεγάλη μαύρη κούρσα χάθηκε μέσα στη βροχή.
Επέστρεψε
στο γραφείο. Μισοζαλισμένος και νυσταγμένος από το κρασί και την ένταση της ημέρας,
έγειρε στην πολυθρόνα. Δεν άργησε να αποκοιμηθεί.
Δεν ήταν ύπνος
βαθύς, ούτε όνειρο κανονικό. Ήταν εκείνη η μεθόριος κατάσταση όπου ο νους χαλαρώνει,
αλλά η μνήμη ξυπνά.
Ξαφνικά πετάχτηκε από τον ύπνο. Η εικόνα που γέμισε το
μυαλό του ήταν καθαρή, σχεδόν εκτυφλωτική. Με απόλυτη διαύγεια, χωρίς ίχνος
νύστας, θυμήθηκε: το κτίριο.
Μια
φωτογραφία από τον φάκελο της Βέρας. Η ακτή Μιαούλη, στο λιμάνι του Πειραιά. Και
στο τέρμα της οδού, στα δεξιά του δρόμου προς το Χατζηκυριάκειο, ένα κτίριο φθαρμένο
από τον χρόνο. Ψηλό, παραμελημένο, σκοτεινό μέσα στη μνήμη του, να στέκει παράταιρο
ανάμεσα σε πολυτελείς πολυκατοικίες και να ξεχωρίζει σαν πληγή που δεν έκλεισε
ποτέ.
Το
καμπανάκι που είχε χτυπήσει νωρίτερα, τώρα ήχησε δυνατά. Και ο Κυριακός κατάλαβε
πως τίποτα από εκείνο το απόγευμα δεν ήταν τυχαίο.
Ήταν
μια παλιά φωτογραφία που έδειχνε την ακτή Μιαούλη από την αρχή της έως το τέρμα,
όσο έφτανε το μάτι. Το παλιό κτίριο στο βάθος του δρόμου χανόταν μικροσκοπικό
στο κάδρο, σχεδόν απαρατήρητο. Γι’ αυτό και δεν το είχε προσέξει αμέσως. Κι
όμως, ήξερε τον τόπο καλά. Τον είχε επισκεφθεί πολλές φορές. Ως ναυτικός μηχανικός,
τα χρόνια που δούλευε στα καράβια, περνούσε συχνά από εκεί.
Η
ακτή Μιαούλη ήταν η «χρυσή» περιοχή του λιμανιού του Πειραιά. Ένας τόπος με
ιστορία γραμμένη άλλοτε με χρυσό κι άλλοτε με πετρέλαιο. Στα πολυώροφα κτίρια από
γυαλί και τσιμέντο στεγάζονταν εκατοντάδες ναυτιλιακές εταιρείες — γραφεία πνιγμένα
στην πολυτέλεια και στην επίδειξη ισχύος — όπου εργάζονταν στρατιές υπαλλήλων
και λαμβάνονταν αποφάσεις που όριζαν τύχες πλοίων, φορτίων και ανθρώπων.
Όμως
πίσω από τη βιτρίνα της ευημερίας, ο τόπος έκρυβε πάντα μια δεύτερη όψη. Και
αυτή η όψη ξύπνησε μέσα του παλιές, ξεχασμένες μνήμες.
Ακριβώς
απέναντι από το τελωνείο του λιμανιού, σε μια πάροδο που οδηγούσε προς την κακόφημη
οδό της Τρούμπας, υπήρχε ένα καφενείο. Ένα μέρος σκληρό και ανθρώπινο μαζί. Η «Βοσκοπούλα».
Ξακουστό καφενείο, ανοιχτό μέρα και νύχτα, όπου σύχναζαν ναυτικοί — κυρίως Κύπριοι,
αλλά και κάθε λογής αλλοδαποί.
Εκεί
μέσα, πολλοί άνεργοι Κύπριοι, χωρίς χρήματα για ξενοδοχείο, κοιμούνταν στις καρέκλες
για μία ή δύο νύχτες, ώσπου να βρουν μπάρκο και να φύγουν ξανά στη θάλασσα. Ήταν
καταφύγιο και σταυροδρόμι μαζί.
Στη
«Βοσκοπούλα» ο Κυριακός είχε γνωρίσει κάθε είδους ανθρώπους. Καημένους και απελπισμένους.
Πονηρούς και σιωπηλούς. Άντρες που κουβαλούσαν στεναχώρια, αλλά και μαφιόζους
κάθε καρυδιάς καρύδι. Απατεώνες, μαστροπούς, ανθρώπους του υποκόσμου. Μα και
καλοκουστουμαρισμένους τύπους που παρίσταναν τους επιχειρηματίες, προσπαθώντας να
ξεγελάσουν αφελείς και ευκολόπιστους με δήθεν «χρυσές ευκαιρίες» και μεγάλα
ταξίδια.
Όλα
αυτά πέρασαν από το μυαλό του σαν κινηματογραφική ταινία.
Ίσως
να ήταν απλή σύμπτωση. Ίσως η φωτογραφία να μην σήμαινε τίποτα. Όμως ο Κυριακός
ήταν καχύποπτος από τη φύση του. Και ήξερε πως τέτοιες συμπτώσεις σπάνια είναι
αθώες.
Σκέφτηκε πως, για να έχει ο άνδρας της Βέρας στο αρχείο του
φωτογραφία από εκείνο το σημείο, κάτι θα τον συνέδεε με την περιοχή. Κάποια επίσκεψη.
Κάποια υπόθεση. Ίσως μια λάθος γνωριμία. Ίσως ένα μπλέξιμο με ανθρώπους που δεν
συγχωρούν εύκολα. Ο υποκόσμος του λιμανιού είχε μακριά μνήμη και ακόμα μακρύτερα
χέρια.
Η
σκέψη αυτή τον έκανε να ανασηκωθεί στην πολυθρόνα. Η υπόθεση, που μέχρι εκείνη τη
στιγμή έμοιαζε με μια εσωτερική διαδρομή ενοχής και συνείδησης, άρχισε να αποκτά
επικίνδυνες προεκτάσεις. Δεν ήταν πια μόνο θέμα ψυχής. Μπορεί να ήταν και θέμα
ζωής και θανάτου.
Αποφάσισε
πως μόλις ξημέρωνε, θα επισκεπτόταν τη Βέρα. Όχι για παρηγοριά αυτή τη φορά,
αλλά για να ξεκινήσει την έρευνα από την αρχή. Χωρίς υποθέσεις. Χωρίς
συναισθηματικά φίλτρα. Η θάλασσα, το λιμάνι και οι σκιές του παρελθόντος είχαν
επιστρέψει.
Και
ο Κυριακός ήξερε καλά πως, όταν το λιμάνι αρχίζει να μιλά, κανείς δεν βγαίνει αλώβητος.
Το επόμενο
πρωί, πριν ακόμη ο ήλιος ανέβει,
ο Κυριακός βρισκόταν ήδη όρθιος. Η νύχτα δεν του είχε χαρίσει ύπνο κανονικό, μόνο
μικρά, κοφτά διαλείμματα ανάμεσα σε σκέψεις και εικόνες που επέστρεφαν επίμονα.
Η φωτογραφία, το κτίριο, η ακτή Μιαούλη. Και πρόσωπα θαμμένα χρόνια πίσω στη μνήμη
του, που τώρα είχε επιστρέψει με ανησυχητική καθαρότητα.
Χωρίς
να χάνει χρόνο, έφτασε στο σπίτι της Βέρας.
Εκείνη
τον υποδέχτηκε φανερά ανήσυχη. Δεν τον περίμενε τόσο νωρίς. Κάθισαν στο σαλόνι και
ο Κυριακός, χωρίς περιττές εισαγωγές, της ζήτησε να του δείξει ξανά τα προσωπικά
αντικείμενα και τα χαρτιά του άνδρα της. Η Βέρα δίστασε για μια στιγμή. Ύστερα
έγνεψε καταφατικά. Ήξερε πως, αν ήθελε την αλήθεια, έπρεπε να αφεθεί.
Έψαξαν
ξανά. Πιο σχολαστικά αυτή τη φορά.
Και
τότε, σε ένα συρτάρι που δεν άνοιγε συχνά —ανάμεσα σε παλιά έγγραφα και άσχετες
σημειώσεις— βρήκαν μια φωτογραφία. Ο Κυριακός την πήρε στα χέρια του και ένιωσε
εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι. Δεν χρειαζόταν να την κοιτάξει πολλή ώρα.
Το υποσυνείδητό του είχε ήδη αναγνωρίσει ό,τι ο νους μόλις τώρα επιβεβαίωνε.
Στο
βάθος της εικόνας, σχεδόν σαν σκιά, ξεχώριζε μια φιγούρα.
Το
πρόσωπο ενός παγαπόντη που είχε γνωρίσει στα χρόνια της ναυτικής του περιπλάνησης.
Έναν άνθρωπο που σύχναζε στο καφενείο «Η Βοσκοπούλα», απέναντι από το τελωνείο
του Πειραιά. Άνεργος και απένταρος, μα πάντα ντυμένος στην τρίχα. Καλοσιδερωμένο
κοστούμι, γυαλισμένα παπούτσια, ύφος ανθρώπου που δεν του έλειπε τίποτα — κι ας
κοιμόταν στο παλιό, παραμελημένο κτίριο της ακτής Μιαούλη.
Με
μαεστρία κατάφερνε να ξεγελά τα θύματά του. Είχε ρητορική, θράσος και εκείνη την
επικίνδυνη γοητεία που πείθει τους αφελείς πως έχουν μπροστά τους έναν σωτήρα
κι όχι έναν θηρευτή. Έμενε στο χαλαμάντουρο της παλιάς φωτογραφίας — το φαγωμένο
από τον χρόνο κτίριο, στριμωγμένο ανάμεσα σε πολυτελείς πολυκατοικίες. Ένας τύπος
από έξω κούκλα, από μέσα πανούκλα.
Ο
Κυριακός σήκωσε αργά το βλέμμα του προς τη Βέρα.
Εκείνη
κατέβασε τα μάτια.
«Τον τελευταίο καιρό…» είπε σιγανά. «Ο άνδρας μου πήγαινε
συχνά στον Πειραιά. Μου έλεγε πως είχε μια καινούργια συνεργασία. Με ανθρώπους…
επιχειρηματίες.»
Η
λέξη κρεμάστηκε στον αέρα.
Ο
Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Το παζλ άρχιζε να δένει. Αν ο άνδρας της είχε μπλέξει
με ανθρώπους σαν αυτόν της φωτογραφίας, τότε οι επισκέψεις στο λιμάνι, η απομόνωση,
η εσωτερική του κατάρρευση, όλα αποκτούσαν νόημα. Όχι αθώο, Μα επικίνδυνο.
«Αυτός
ο άνθρωπος», είπε τελικά χαμηλόφωνα, δείχνοντας τη φωτογραφία, «δεν ήταν
επιχειρηματίας. Ήταν ειδικός στο να καταστρέφει ζωές χωρίς να αφήνει ίχνη.»
Η
ανάσα της Βέρας βάρυνε.
Ο
Κυριακός ήξερε πια με σιγουριά πως η υπόθεση δεν τελείωνε με τύψεις και ενοχές.
Είχε ανοίξει μια πόρτα που οδηγούσε βαθιά στον υπόκοσμο του λιμανιού — εκεί όπου
οι θάνατοι βαφτίζονται ατυχήματα και οι αλήθειες θάβονται κάτω από συμφέροντα
και σιωπές.
Και
ήξερε επίσης κάτι ακόμα: για να φτάσει ως το τέλος, θα έπρεπε να επιστρέψει
εκεί απ’ όπου όλα άρχισαν. Στον Πειραιά.
Έτσι
την επόμενη μέρα αποχαιρέτησε τη Βέρα χωρίς πολλά λόγια. Με λίγα ρούχα σε μια μικρή
βαλίτσα, ανέβηκε στο πλοίο της γραμμής.
Το
βαπόρι λύθηκε αργά από το λιμάνι και εκείνος στάθηκε στην πρύμνη, ακουμπισμένος
στα ρέλια, κοιτάζοντας τους τόπους να μικραίνουν πίσω του.
Οι
σκέψεις του ήταν ανήσυχες, βαριές. Παρακολουθούσε τη στεριά ώσπου χάθηκε μέσα
στην ομίχλη και έμεινε μόνο η απέραντη θάλασσα. Η ώρα κύλησε αθόρυβα και το
σούρουπο τον βρήκε ακόμη εκεί, στην ίδια θέση, σαν να είχε ριζώσει στο κατάστρωμα.
Το
πρωί ήρθε αργά, με το φως να απλώνεται πάνω στο απέραντο γαλάζιο που χανόταν στους
μακρινούς ορίζοντες. Ο δροσερός αέρας της θάλασσας χάραζε το πρόσωπό του. Με
τον παφλασμό του πλοίου στα κύματα σαν νανούρισμα, έμεινε να κοιτάζει τους
επιβάτες να πηγαινοέρχονται μπροστά του. Στα πλευρά του πλοίου, δελφίνια κολυμπούσαν
και χοροπηδούσαν, αδιάφορα για τα βάρη που κουβαλούσαν οι άνθρωποι.
Πέρασε
η μέρα, ήρθε η νύχτα, και ξημέρωσε ξανά.
Τότε
ακούστηκαν χαρούμενες φωνές:
«Στεριά!
Στεριά!»
Σήκωσε
το κεφάλι και αντίκρισε, μακριά ακόμη, τη γη της Ελλάδας. Όσο το πλοίο πλησίαζε,
το λιμάνι του Πειραιά έπαιρνε μορφή. Γνώριμος τόπος. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός
από την τελευταία του επίσκεψη.
Ήξερε
ανθρώπους, είχε γνωριμίες. Μα υπήρχε ένας μόνο που ήθελε να συναντήσει. Έναν άνθρωπο
επικίνδυνο. Έναν αρχηγό συμμορίας. Έναν Λίβυο.
Ήταν
εκείνος που κάποτε είχε βοηθήσει — ή, ίσως, εκείνος που δεν είχε προδώσει.
Η
μνήμη τον γύρισε πίσω, χρόνια πριν, στην καρδιά του Πειραιά. Στην παλιά Τρούμπα.
Στα στενά της ακτής Μιαούλη και της τότε οδού Νοταρά. Έναν τόπο κακόφημο, γεμάτο
κόκκινα φώτα, καμπαρέ, τεκέδες και ανθρώπους επικίνδυνους. Εκεί όπου οι συμμορίες
ξεκαθάριζαν λογαριασμούς και οι φόνοι ήταν καθημερινότητα.
Θυμήθηκε
ένα βράδυ, φεύγοντας από τη «Βοσκοπούλα». Στο σκοτάδι πίσω από την εκκλησία της
Αγίας Τριάδας, σκιές τον περικύκλωσαν. Επτά φιγούρες. Κλειστός δρόμος. Όπλα που
γυάλιζαν στο μισοσκόταδο. Η βεβαιότητα πως θα τον λήστευαν — ίσως και χειρότερα.
Και
τότε, εκείνη η φωνή. Σιγανή, μα κοφτή. Σε μια ξένη γλώσσα, αραβική.
Οι
σκιές πάγωσαν. Έκαναν πίσω. Χάθηκαν στο σκοτάδι. Κι ένας μικρόσωμος άντρας φάνηκε
στο μισοσκόταδο να τον πλησιάζει με το χέρι απλωμένο.
«My
friend», του είπε.
Όταν
βγήκε στο φως, τον αναγνώρισε. Τα μάτια. Τα ίδια μάτια που είχε δει καιρό πριν
στη Λιβύη. Μάτια αγριμιού. Σκοτεινά, κόκκινα, αιμοβόρα. Ο ίδιος άνθρωπος που είχε
σκοτώσει μπροστά του. Ο ίδιος που είχε κρυφτεί στο πλοίο του. Ο ίδιος που ο Κυριακός
δεν είχε παραδώσει. Ο Άλι.
Είχε
αναγκαστεί να σκοτώσει. Να εκδικηθεί. Η ιστορία του ήταν απλή και, δυστυχώς, συνηθισμένη
για τα χρόνια εκείνα στη Λιβύη. Υπό το αυταρχικό καθεστώς του Καντάφι, πολλά υπόγεια
εγκλήματα έμεναν στο σκοτάδι.
Του
Άλι απήγαγαν την αδελφή του. Την παρέδωσαν στο χαρέμι του Καντάφι. Κι όταν εκείνος
τη χόρτασε και τη βαρέθηκε, την παρέδωσε στους μυστικούς του για να «διασκεδάσουν»
κι αυτοί. Ύστερα την πέταξαν στην αυλή του σπιτιού της και έφυγαν. Μα η κοπέλα
δεν άντεξε τη ντροπή. Ένα πρωί βρέθηκε κρεμασμένη στην αυλή.
Έτσι,
ο Άλι, μέρα μεσημέρι, στο παζάρι της Τρίπολης, σκότωσε έναν από τους υπεύθυνους
μπροστά σε πλήθος κόσμου. Και διέφυγε στην Ελλάδα. Κρυμμένος ως λαθρεπιβάτης στο
πλοίο του Κυριακού που τον ανακάλυψε να κρύβεται στις σεντίνες της μηχανής, αλλά
καθώς άκουσε την ιστορία του, δεν τον πρόδωσε στον καπετάνιο.
Τώρα
ήταν αρχηγός συμμορίας στον Πειραιά.
Αυτόν
ήθελε να συναντήσει. Αυτός θα τον βοηθούσε.
Η
ανάμνηση έσβησε καθώς το πλοίο έμπαινε αργά στο λιμάνι. Ο Κυριακός έσφιξε τα
χείλη. Οι παλιές χάρες δεν ξεπληρώνονται ποτέ χωρίς τίμημα. Το ήξερε.
Αν
ήθελε απαντήσεις για τον θάνατο του άνδρα της Βέρας, θα έπρεπε να κατέβει ξανά
στα σκοτεινά νερά του λιμανιού.
Και
αυτή τη φορά, δεν θα υπήρχε απλώς ένας σωτήρας, θα υπήρχει ένας καλός φίλος.
Το
ίδιο βράδυ πήρε σβάρνα τα καμπαρέ και τα καταγώγια, τα στέκια και τις σκοτεινές
γωνιές όπου υπολόγιζε πως σύχναζε ο φίλος του. Ρωτούσε χωρίς να ρωτά, κοιτούσε
χωρίς να φαίνεται.
Ο Πειραιάς μύριζε καπνό, ιδρώτα και παλιές αμαρτίες. Τελικά τον βρήκε σε ένα
χαμηλοτάβανο καταγώγιο. Καθόταν σε τραπέζι στο βάθος, παρέα με πανέμορφες κοπέλες
που του έκαναν συντροφιά, γελούσαν και έγερναν πάνω του. Γύρω τους, δυο–τρεις μπράβοι
στέκονταν διακριτικά, και με βλέμμα ακίνητο, σάρωναν τον χώρο χωρίς να τραβούν
την προσοχή.
Ο
Άλι μόλις τον αντίκρισε, σηκώθηκε απότομα. Η χαρά φάνηκε καθαρά στο πρόσωπό του.
Όρμησε πάνω του, άνοιξε τα χέρια και τον αγκάλιασε σφιχτά, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί
πως ήταν αληθινός.
«Αδερφέ
μου…» είπε χαμηλόφωνα. «Ο Πειραιάς δεν σε ξέχασε.»
Τον
τράβηξε να καθίσει δίπλα του. Με ένα νεύμα έδιωξε τις κοπέλες λίγο πιο πέρα. Τα
ποτήρια γέμισαν, το ποτό έρεε, η μουσική δυνάμωσε. Για ώρα γέλασαν, ήπιαν, μίλησαν
για θάλασσες, για λιμάνια, για χρόνια που πέρασαν και ανθρώπους που χάθηκαν.
Ύστερα
ο Κυριακός σοβάρεψε. Άφησε το ποτήρι κάτω και έγειρε μπροστά.
«Δεν
ήρθα για διασκέδαση», είπε. «Έχω ένα πρόβλημα. Και μυρίζει θάνατο.»
Ο
άλλος κατάλαβε. Με ένα ανεπαίσθητο νεύμα απομάκρυνε και τους μπράβους. Ο χώρος γύρω
τους έμοιαζε ξαφνικά άδειος, παρ’ όλο που το καταγώγιο βούιζε.
Ο
Κυριακός του μίλησε για τη Βέρα. Για τον άντρα της. Για τις κινήσεις του στον
Πειραιά. Για τις υποψίες του.
«Δεν
έχω αποδείξεις», κατέληξε. «Μόνο ένστικτο. Μα ξέρω πως, αν υπάρχει κάτι θαμμένο
εδώ, εσύ μπορείς να το βρεις. Με τις διασυνδέσεις σου.»
Ο
φίλος του χαμογέλασε αργά, επικίνδυνα.
«Θα
κάνω έρευνα», είπε. «Με τους τρόπους μου. Αν ο άνθρωπός σου άφησε ίχνη στο
λιμάνι, θα τα βρούμε.»
Ο
Κυριακός ένευσε. Δεν ρώτησε ποιο θα ήταν το τίμημα. Το ήξερε ήδη.
Κατά
τα ξημερώματα, ο Άλι τον οδήγησε σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο — δικό του.
Ο
Κυριακός κατάλαβε αμέσως πως τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Η δύναμη του Άλι δεν φαινόταν
στους δρόμους, μα στα κτίρια, στους ανθρώπους που υποχωρούσαν στο πέρασμά του,
στις σιωπές που άνοιγαν πόρτες.
«Ξεκουράσου»,
του είπε χαμηλόφωνα. «Και σύντομα θα σου έχω αποτελέσματα.»
Ο
Κυριακός έμεινε μόνος σε ένα δωμάτιο πνιγμένο στην πολυτέλεια, μα ο ύπνος δεν ήρθε
εύκολα. Οι εικόνες γύριζαν στο μυαλό του: η Βέρα, η φωτογραφία, το παλιό κτίριο
στην ακτή Μιαούλη, τα μάτια του παγαπόντη. Ήξερε πως, ό,τι κι αν μάθαινε το πρωί,
τίποτα δεν θα ήταν πια απλό.
Την
άλλη μέρα ήρθαν τα αποτελέσματα. Ο Άλι δεν μάσησε τα λόγια του.
Ο
Κυριακός είχε δίκιο. Ο άντρας της Βέρας είχε μπλέξει με τον κοστουμαρισμένο παγαπόντη
της φωτογραφίας, που με δόλο αλίευε τα θύματά του, τάζοντάς τους χρυσές
ευκαιρίες. Εκείνος, όμως, δεν ήταν παρά ο μεσάζων. Πίσω του υπήρχε άλλος, το
πραγματικό αφεντικό, που κινούσε τα νήματα και έμενε στη σκιά.
Μαζί
με τον άντρα της Βέρας είχαν στήσει μια επιχείρηση λαθρεμπορίου τσιγάρων. Ένα
φορτωμένο πλοίο που δεν πιάστηκε ποτέ και ξεφόρτωσε αθόρυβα. Το χρήμα ήταν
άφθονο. Ύστερα άλλο πλοίο. Και άλλο.
Το
χρήμα έρεε χωρίς όρια, χωρίς λογαριασμό, χωρίς τύψεις.
Μα
η απληστία δεν γνωρίζει συνεταιρισμούς.
Το
μεγάλο αφεντικό που τον είχε βάλει στο παιχνίδι αποφάσισε να τα κρατήσει όλα.
Χωρίς μάρτυρες. Χωρίς φόβο. Χωρίς σκέψη πως κάποιος θα μιλούσε. Γιατί ο νεκρός
δεν καταδίδει.
Ο
Κυριακός ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Η αλήθεια ήταν ωμή και βαριά. Δεν
επρόκειτο για ατύχημα, ούτε για πράξη απελπισίας. Ήταν ξεκαθάρισμα λογαριασμών.
Ο Άλι τον κοίταξε στα μάτια.
«Όταν
το χρήμα γίνεται πολύ, πάντα κάποιος περισσεύει.»
Ο
Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Στο μυαλό του σχηματιζόταν πια καθαρά η εικόνα: το
λιμάνι, τα πλοία, οι σκιές, και ένας θάνατος που είχε βαφτιστεί σιωπή.
Αν
ήθελε δικαιοσύνη για τη Βέρα, θα έπρεπε να πατήσει βαθιά μέσα στο βούρκο.
Και
αυτή τη φορά, ήξερε πως δεν θα υπήρχε επιστροφή.
Ο
Κυριακός δεν αγαπούσε το χρήμα, αλλά ήξερε πως χωρίς αυτό κανείς δεν πετυχαίνει
στόχους. Αυτό το χρήμα, για το οποίο σκοτώθηκε ο άντρας της πελάτισσάς του, έπρεπε
να φτάσει στα χέρια της Βέρας. Ο ίδιος εκδίκηση δεν ζητούσε, η δουλειά του ήταν
μόνο να παλέψει για τα δικαιώματά της. Ήξερε όμως πως χωρίς σκληρή, παράνομη
μάχη, δεν θα τα κατάφερνε.
Τα
είπε όλα στον Άλι και ζήτησε τη γνώμη του.
«Άκου,
Κυριακέ», είπε ο Λίβυος. «Το μπλέξιμο είναι μεγάλο. Αυτή η φατρία έχει δυναμώσει
πολύ, κάνουν κουμάντο στον υπόκοσμο και δεν διστάζουν να σκοτώσουν. Η δική μου φατρία
όμως είναι ισχυρή. Γι’ αυτό θα καθαρίσω εγώ. Σου χρωστώ. Αν δεν ήσουν εσύ, δεν
θα ήμουν εδώ. Εσύ θα πας πίσω στην Κύπρο και θα περιμένεις. Θα σε ενημερώσω όταν
όλα έχουν τακτοποιηθεί.»
Ο
Κυριακός άκουσε σιωπηλός. Οι λέξεις του Άλι είχαν βάρος — υπόσχεση και απειλή
μαζί. Όταν έλεγε «θα καθαρίσω εγώ», δεν εννοούσε μεταφορικά.
«Δεν
θέλω αίμα», είπε χαμηλόφωνα. «Θέλω το δίκιο να πάει εκεί που ανήκει.»
Ο
Άλι χαμογέλασε στραβά, σαν άνθρωπος που δεν ξεχωρίζει πια το δίκιο από την επιβίωση.
«Στον
κόσμο μας, Κυριακέ, το δίκιο περνά πρώτα από τον φόβο. Μετά βρίσκει δρόμο.»
Σηκώθηκε,
πήγε στο παράθυρο και κοίταξε το λιμάνι. Τα πλοία έμοιαζαν ακίνητα, αλλά κάτω
από την επιφάνεια όλα κινούνταν — όπως και στον υπόκοσμο.
«Θα γίνει όπως λες. Εσύ θα φύγεις. Η Κύπρος είναι μακριά και καθαρή. Εδώ, η μυρωδιά
δεν φεύγει ποτέ.»
Ο
Κυριακός δεν αντέκρουσε. Ήξερε πότε να επιμείνει και πότε να κάνει πίσω. Αυτό
δεν ήταν λιποψυχία, ήταν στρατηγική. Αν έμενε, θα γινόταν βάρος και στόχος.
Την
ίδια μέρα έκλεισε εισιτήριο επιστροφής.
Πριν
χωρίσουν, ο Άλι τον αγκάλιασε σφιχτά — όχι σαν αρχηγός συμμορίας, αλλά σαν άνθρωπος
που θυμόταν το χρέος του.
«Όταν
τελειώσει», του ψιθύρισε, «θα μάθεις. Και τότε θα αποφασίσεις εσύ τι θα πεις στη
γυναίκα.»
Το
πλοίο έφυγε.
Ο
Κυριακός στάθηκε στην πρύμνη, όπως λίγες μέρες πριν. Ο Πειραιάς άνοιγε πίσω του
σαν σκοτεινή πληγή που έκλεινε αργά. Δεν ένιωθε ανακούφιση. Μόνο αναμονή. Η πιο
βαριά μορφή αγωνίας.
Ήξερε
πως, ό,τι κι αν έκανε ο Άλι, δεν θα υπήρχαν καθαρά χέρια. Το χρήμα θα έβρισκε
τον δρόμο του: βαμμένο, σιωπηλό, αναγκαστικά δίκαιο.
Και
τότε θα ερχόταν η σειρά του. Να κοιτάξει τη Βέρα στα μάτια. Και να της πει την
αλήθεια. Γιατί μερικές αλήθειες σώζουν. Και άλλες καταδικάζουν για πάντα.
Επέστρεψε
στην Κύπρο δύο μέρες αργότερα. Δεν τηλεφώνησε στη Βέρα από το πλοίο. Προτίμησε
να της μιλήσει από κοντά. Κάποια πράγματα δεν λέγονται από απόσταση.
Τη
βρήκε στο ίδιο σπίτι, με την ίδια σιωπή να βαραίνει τους τοίχους. Όταν κάθισαν
αντικριστά, εκείνη τον κοίταξε με βλέμμα γεμάτο προσμονή και φόβο.
«Δεν
τελείωσε ακόμη», της είπε ήρεμα. «Πρέπει να περιμένουμε.»
Η
Βέρα έσφιξε τα χέρια της.
«Πόσο;»
Ο
Κυριακός δεν απάντησε αμέσως.
«Όσο
χρειαστεί. Το χρήμα θα δείξει. Αλλά πριν απ’ αυτό, πρέπει να είμαι βέβαιος για
την αλήθεια.»
Δεν
της είπε περισσότερα. Όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν ήξερε ακόμη αν η αλήθεια
ήταν κάτι που θα άντεχε.
Τις
επόμενες μέρες βυθίστηκε ξανά στην έρευνα. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς ερωτήσεις που τραβούν
βλέμματα. Ξεφύλλισε παλιά έγγραφα, τραπεζικές κινήσεις, σημειώσεις που είχαν
θεωρηθεί ασήμαντες. Μίλησε με ανθρώπους που γνώριζαν τον νεκρό καλά — ή νόμιζαν
πως τον γνώριζαν.
Και
τότε, κάτι άρχισε να μη δένει. Ένα όνομα εμφανιζόταν ξανά και ξανά. Πάντα στο
περιθώριο. Πάντα «καθαρό». Ο αδελφός της Βέρας.
Κολλητός
του νεκρού. Σχεδόν αδερφός του. Ο άνθρωπος που είχε σταθεί δίπλα του στα δύσκολα,
που είχε υπογράψει ως εγγυητής σε δάνεια, που γνώριζε τις κινήσεις του καλύτερα
απ’ όλους.
Ο
Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι. Όχι από βεβαιότητα — από
υποψία. Και οι υποψίες, όταν αφορούν αίμα και οικογένεια, είναι οι πιο επικίνδυνες.
Έψαξε
βαθύτερα.
Ανακάλυψε
ότι ο αδελφός της Βέρας γνώριζε για το λαθρεμπόριο πολύ πριν εκείνη υποψιαστεί
οτιδήποτε. Ότι είχε βρεθεί στον Πειραιά τις ίδιες μέρες. Ότι είχε συναντήσει ανθρώπους
που ο νεκρός γνώρισε αργότερα. Όχι τυχαία. Καθοδηγημένα.
Η
εικόνα σχηματίστηκε αργά — και ήταν χειρότερη απ’ όσο περίμενε.
Ο
άνδρας της Βέρας δεν ήταν ο εγκέφαλος. Ήταν το πιόνι.
Και ίσως… το αναλώσιμο.
Ο
Κυριακός κάθισε μόνος στο γραφείο του, αργά το βράδυ. Τα στοιχεία απλωμένα μπροστά
του σαν εξομολόγηση που δεν ζητήθηκε ποτέ. Αν τα αποκάλυπτε όλα, η Βέρα θα μάθαινε
πως ο θάνατος του άντρα της δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα απληστίας και υπόκοσμου, αλλά
προδοσίας από τον ίδιο της τον αδελφό.
Κι
αν το έκανε, δεν θα κατέστρεφε μόνο μια οικογένεια. Θα άναβε φωτιές που δεν σβήνουν.
Για
πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Κυριακός δίστασε.
Η
δουλειά του ήταν η αλήθεια. Αλλά η αλήθεια δεν είναι πάντα λύτρωση. Κάποιες
φορές είναι καταδίκη.
Έμεινε
να κοιτάζει το σκοτάδι έξω από το παράθυρο.
Ήξερε
πως σύντομα θα έπρεπε να διαλέξει: να εκθέσει τους πάντες, ή να σώσει ό,τι απέμενε
ανθρώπινο από αυτή την ιστορία.
Και
καμία επιλογή δεν ήταν καθαρή.
Ο Κυριακός κανόνισε τη συνάντηση χωρίς πολλά λόγια. Ένα
καφενείο έξω από το χωριό, παλιό, σχεδόν ξεχασμένο, από εκείνα που δεν κρατούν
μνήμες — μόνο μυστικά. Ο αδελφός της Βέρας ήρθε στην ώρα του. Ήταν καλοντυμένος,
καθαρός, με εκείνο το πρόσωπο του ανθρώπου που δεν έχει τίποτα να φοβηθεί.
Ή έτσι πίστευε.
Κάθισαν αντικριστά. Ο καφές ήρθε, έμεινε άθικτος.
«Δεν ήξερα πως συνεχίζεις την υπόθεση», είπε πρώτος ο
αδελφός, με τόνο φιλικό. Υπερβολικά φιλικό.
Ο Κυριακός τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει. Άφησε τη
σιωπή να απλώσει. Ήξερε πως οι ένοχοι μιλούν για να τη σπάσουν.
«Η Βέρα πώς είναι;» συνέχισε εκείνος.
«Περιμένει», απάντησε ο Κυριακός. «Όπως όλοι.»
Έβγαλε έναν φάκελο και τον ακούμπησε στο τραπέζι. Δεν
τον άνοιξε. Δεν χρειαζόταν.
«Ξέρεις τι με ενοχλεί περισσότερο;» είπε ήρεμα. «Όχι
το χρήμα. Ούτε ο υπόκοσμος. Αλλά οι άνθρωποι που παίζουν διπλό ρόλο και κοιμούνται
ήσυχοι.»
Το χαμόγελο απέναντί του ράγισε για ένα κλάσμα του
δευτερολέπτου. Μόνο ένας άνθρωπος που παρακολουθεί ξέρει να το δει.
«Δεν καταλαβαίνω», είπε ο αδελφός.
«Καταλαβαίνεις πολύ καλά», απάντησε ο Κυριακός. «Ήσουν
στον Πειραιά πριν απ’ αυτόν. Τους γνώρισες πριν τους γνωρίσει. Και έφυγες καθαρός.»
Η πρώτη σύγκρουση ήρθε χωρίς φωνές.
«Πρόσεχε τι λες», είπε σφιγμένα εκείνος. «Μιλάς για
τον νεκρό γαμπρό μου.»
Ο Κυριακός έσκυψε μπροστά.
«Μιλάω για έναν άνθρωπο που έσπρωξες πιο βαθιά απ’ όσο
άντεχε. Κι όταν έγινε επικίνδυνος… τον άφησες.»
Τα μάτια του άλλου σκοτείνιασαν.
«Δεν έχεις αποδείξεις.»
«Έχω αρκετές, σ αυτό το φάκελλο», απάντησε χαμηλόφωνα.
«Και άλλες έρχονται.»
Για πρώτη φορά, ο αδελφός της Βέρας ένιωσε φόβο. Όχι
πανικό. Εκείνον τον βαθύ, σιωπηλό φόβο που σε κρατά ξύπνιο τα βράδια.
Σηκώθηκε απότομα.
«Αν μπλέξεις την οικογένειά μου, δεν θα τελειώσει καλά.»
Ο Κυριακός δεν κινήθηκε.
«Αυτό εξαρτάται από σένα.»
Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Το ίδιο βράδυ, ο Κυριακός κάθισε απέναντι από τη Βέρα.
Τον κοιτούσε με εμπιστοσύνη. Και αυτή η εμπιστοσύνη ήταν το πιο βαρύ φορτίο.
Ήξερε την αλήθεια. Ήξερε όμως και το τίμημα.
Αν της τα έλεγε όλα, θα την διέλυε. Αν δεν της τα
έλεγε, θα την προστάτευε — αλλά θα κουβαλούσε ο ίδιος το βάρος.
«Υπάρχει κάτι που δεν μου λες», είπε εκείνη ήσυχα.
Ο Κυριακός πήρε ανάσα.
«Υπάρχουν πράγματα που ακόμη δένουν», είπε τελικά. «Και
πράγματα που… δεν χρειάζεται να τα μάθεις όλα. Όχι ακόμη.»
Η Βέρα τον κοίταξε για ώρα.
«Σε εμπιστεύομαι», είπε μόνο.
Και εκείνος ένιωσε σαν να του είχαν περάσει χειροπέδες.
Αργότερα, μόνος, τηλεφώνησε στον Άλι.
«Έχεις δίκιο», του είπε. «Η ιστορία δεν τελείωσε. Υπάρχει
κι άλλος παίκτης. Από μέσα.»
Η φωνή του Άλι ήταν ήρεμη. Πολύ ήρεμη.
«Το κατάλαβα. Τέτοια δουλειά δεν γίνεται χωρίς προδότη.»
«Θέλω να ξέρω μέχρι πού φτάνει», είπε ο Κυριακός.
«Θα το μάθεις», απάντησε ο Άλι. «Αλλά να θυμάσαι κάτι, αδερφέ: όταν η προδοσία φορά
οικογενειακό πρόσωπο, το τέλος είναι πάντα άσχημο.»
Ο Κυριακός έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε το σκοτάδι.
Τα πράγματα περιπλέκονταν επικίνδυνα.
Μετά
από λίγες μέρες, το τηλέφωνο χτύπησε αργά το βράδυ. Ο Κυριακός δεν χρειάστηκε να
δει την οθόνη. Ήξερε.
Η
φωνή του Άλι ακούστηκε χαμηλή, κοφτή, χωρίς περιστροφές.
«Μπήκα
βαθιά», είπε. «Πιο βαθιά απ’ όσο θα ’θελα.»
Ο
Κυριακός σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε το παράθυρο. Το χωριό κοιμόταν. Ή
τουλάχιστον έτσι έδειχνε.
«Έχω
ανθρώπους μέσα στη συμμορία», συνέχισε ο Άλι. «Και άκουσα το όνομά σου. Όχι μία
φορά.»
Η
σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
«Ο
αδελφός της Βέρας», είπε τελικά ο Κυριακός.
«Ναι»,
απάντησε ο Άλι. «Αυτός. Πήγε στους λάθος ανθρώπους και τους ζήτησε να “διορθώσουν
το πρόβλημα Κυριακός”. Είπε πως ξέρεις πολλά. Πως σκαλίζεις εκεί που δεν πρέπει.»
Ο
Κυριακός ένιωσε ένα ψύχος να του ανεβαίνει στη ραχοκοκαλιά. Όχι φόβο. Καθαρή
επιβεβαίωση.
«Πόσο
άσχημα είναι τα πράγματα;» ρώτησε.
«Αρκετά»,
είπε ο Άλι. «Όχι ακόμα για σένα. Αλλά σύντομα. Γι’ αυτό άκουσέ με προσεκτικά. Για
λίγες μέρες θα προσέχεις. Δεν κινείσαι μόνος. Δεν επαναλαμβάνεις διαδρομές. Δεν
εμπιστεύεσαι κανέναν.»
Ο
Κυριακός χαμογέλασε πικρά.
«Ακόμα
και στην Κύπρο;»
«Ειδικά
εκεί», απάντησε ο Άλι. «Όταν κάποιος πληρώνει για να σωπάσεις, δεν τον νοιάζουν
τα σύνορα.»
Ο
Κυριακός έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Η Βέρα. Το σπίτι της. Η ηρεμία που
της είχε υποσχεθεί.
«Και
εσύ;» ρώτησε. «Τι θα κάνεις;»
Η
φωνή του Άλι χαμήλωσε κι άλλο.
«Θα
τελειώσω αυτό που άρχισα. Θα ξεμπερδέψω με τη συμμορία μια και καλή. Όχι
πρόχειρα. Όχι βιαστικά. Καθαρά.»
Ο
Κυριακός κατάλαβε τι σήμαινε αυτό.
«Μου
είπες πως δεν ήθελα αίμα», είπε.
«Δεν
το θέλεις», απάντησε ο Άλι. «Αλλά κάποιοι το έχουν ήδη διαλέξει.»
Μια
παύση.
«Όταν
τελειώσω», πρόσθεσε, «δεν θα σε ξαναενοχλήσουν. Ούτε εσένα. Ούτε τη Βέρα.»
Ο
Κυριακός έσφιξε το τηλέφωνο.
«Κι
αν αργήσεις;»
Ο
Άλι χαμογέλασε, ακουγόταν στη φωνή του.
«Δεν
αργώ ποτέ, αδερφέ. Απλώς περιμένω την κατάλληλη στιγμή.»
Η
γραμμή έκλεισε.
Ο
Κυριακός έμεινε για λίγο ακίνητος. Ύστερα πήρε τα κλειδιά του και βγήκε στο
μπαλκόνι. Κοίταξε τον δρόμο, τα φώτα, τις σκιές.
Για
πρώτη φορά από τότε που ανέλαβε την υπόθεση, δεν ήταν απλώς ερευνητής. Ήταν στόχος.
Και
το ήξερε: οι επόμενες μέρες δεν θα έφερναν απαντήσεις. Θα έφερναν λογαριασμούς.
Ο
Κυριακός είχε εμπιστοσύνη στον Άλι. Αν του έλεγε πως κινδύνευε, τότε ο κίνδυνος
ήταν πραγματικός — όχι υποψία, όχι υπερβολή. Γι’ αυτό και δεν το σκέφτηκε πολύ.
Αποφάσισε να τον ακούσει.
Ένα
ταξίδι μακριά, για λίγες μέρες. Όχι φυγή, προφύλαξη. Η αδελφή του ζούσε στα Ιωάννινα.
Είχε καιρό να τη δει. Πάντα έβρισκε δικαιολογίες — δουλειές, υποθέσεις, δρόμους
που δεν τελείωναν ποτέ. Αυτή τη φορά, ο δρόμος ήταν αναγκαίος. Το ίδιο βράδυ το
είπε στη Βέρα. Της μίλησε ήρεμα, με λόγια μετρημένα. Της εξήγησε πως έπρεπε να
φύγει για λίγο από την Κύπρο, ώσπου να καταλαγιάσει η αναστάτωση. Δεν της αποκάλυψε
όλο το βάθος του κινδύνου — όχι από δυσπιστία, αλλά για να την προστατεύσει.
Εκείνη
όμως κατάλαβε. Το πρόσωπό της σκλήρυνε. Τα μάτια της γέμισαν αγωνία.
«Δεν
θέλω να μείνω μόνη», του είπε. «Όχι τώρα.»
Προσπάθησε
να την αποτρέψει. Της είπε πως το ταξίδι θα ήταν κουραστικό, πως θα έπαιρναν
πλοίο ως την Ελλάδα και μετά δρόμο πολύ. Μα εκείνη επέμεινε.
«Αν
κινδυνεύεις, θέλω να είμαι μαζί σου», είπε. «Και αν δεν κινδυνεύεις… τότε γιατί
φεύγεις;»
Ο
Κυριακός σώπασε. Ήξερε πως είχε ήδη χάσει τη μάχη. Τελικά έγνεψε καταφατικά.
Έφυγαν
με το πλοίο της γραμμής από την Κύπρο. Το κατάστρωμα ήταν σχεδόν άδειο. Η θάλασσα
ήρεμη, μα βαριά. Ο Κυριακός στάθηκε στα ρέλια στην πρύμνη, όπως πάντα, και κοίταζε
τα αφρώδη απόνερα που άφηνε η προπέλα. Η Βέρα στεκόταν λίγο πιο πίσω, σιωπηλή.
Στο
πλοίο μιλούσαν λίγο. Λόγια απλά, προσεκτικά. Η σιωπή όμως δεν ήταν αμήχανη. Ήταν
γεμάτη σκέψεις που δεν είχαν ακόμη ειπωθεί.
Φτάνοντας
στην Ελλάδα, συνέχισαν οδικώς. Χιλιόμετρα δρόμου, τοπία που άλλαζαν αργά, βουνά
που υψώνονταν καθώς πλησίαζαν την Ήπειρο. Σταματούσαν για καφέ σε μικρά χωριά, περπατούσαν
λίγο για να ξεμουδιάσουν. Η ένταση υποχωρούσε.
Για
πρώτη φορά, η Βέρα δεν ήταν «η πελάτισσα». Ήταν μια όμορφη γυναίκα που ο Κυριακός
την έβλεπε με άλλη ματιά. Και ο ίδιος δεν ήταν ο ερευνητής. Ήταν απλώς ένας
άντρας κουρασμένος από τις σκιές.
Οι
κουβέντες τους βάθαιναν. Μιλούσαν για όσα έχασαν, για όσα φοβούνταν, για ζωές που
δεν έζησαν όπως τις φαντάστηκαν. Κάπου εκεί, χωρίς υποσχέσεις και χωρίς μεγάλα λόγια,
γεννήθηκε κάτι που ο Κυριακός είχε μάθει να αποφεύγει.
Ένιωσε
τον εαυτό του να δένεται.
Το
κατάλαβε τη στιγμή που την είδε να κοιμάται στο κάθισμα, καθώς το αυτοκίνητο ανέβαινε
τις στροφές προς τα Ιωάννινα. Το φως των προβολέων χάραζε απαλά το πρόσωπό της.
Τότε
συνειδητοποίησε πως είχε ήδη παραβιάσει τον σημαντικότερο κανόνα που είχε θέσει
στη ζωή του: να μη δένεται ποτέ με τις υποθέσεις του.
Δεν
ήξερε αν αυτό τον δυνάμωνε ή τον έκανε πιο ευάλωτο.
Ήξερε
μόνο πως, από εκείνη τη στιγμή και μετά, ό,τι κι αν ερχόταν, δεν θα τον αφορούσε
πια μόνο επαγγελματικά.
Και
αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.
Το
βράδυ τους βρήκε σε ένα μικρό ξενοδοχείο έξω από τα Ιωάννινα. Όχι πολυτέλειες,
μόνο ξύλο, πέτρα και ένα παράθυρο που έβλεπε σε ένα κατάφυτο τοπίο. Η υγρασία
της νύχτας έμπαινε αθόρυβα στο δωμάτιο, σαν μυστικό.
Ο
Κυριακός στάθηκε στο παράθυρο. Το πράσινο του τοπίου, σκοτεινό, ακίνητο, σαν να
κρατούσε μέσα του όλες τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Η Βέρα έβγαλε αργά το παλτό
της και το ακούμπησε στην καρέκλα. Οι κινήσεις της είχαν χάσει πια την αμηχανία
των προηγούμενων ημερών.
«Εδώ
είναι αλλιώς», είπε χαμηλόφωνα. «Εδώ δεν μας ξέρει κανείς.»
Ο
Κυριακός γύρισε και την κοίταξε. Για πρώτη φορά, δεν έβλεπε τη γυναίκα που είχε
έρθει να του ζητήσει βοήθεια. Έβλεπε μια γυναίκα που είχε σταθεί όρθια μέσα
στον πόνο της. Που δεν είχε λυγίσει, μόνο κουραστεί.
«Μερικές
φορές», της απάντησε, «αυτό είναι που φοβίζει περισσότερο.»
Κάθισαν
αντικριστά, χωρίς να αγγίζονται. Μίλησαν για μικρά πράγματα — για τη διαδρομή, για
τα βουνά, για την αδελφή του. Ύστερα η κουβέντα κύλησε εκεί που πάντα οδηγεί η
σιωπή.
«Δεν
ξέρω τι θα γίνει», είπε η Βέρα. «Με την υπόθεση. Με όλα αυτά.»
Ο
Κυριακός έσκυψε ελαφρά μπροστά.
«Ξέρω
μόνο ότι δεν είσαι πια μόνη σ’ αυτό.»
Τα
λόγια δεν ήταν υπόσχεση. Ήταν δήλωση.
Η
Βέρα σήκωσε το βλέμμα. Τα μάτια της γυάλιζαν — όχι από δάκρυα, αλλά από εκείνη τη
σπάνια στιγμή που κάποιος νιώθει πως τον βλέπουν αληθινά. Άπλωσε το χέρι της
διστακτικά. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν τα δικά του.
Ο
Κυριακός δεν αποτραβήχτηκε.
Το
άγγιγμα ήταν απλό. Όμως μέσα του έκλεινε όλη τη διαδρομή τους — τον φόβο, την
αναμονή, τα μυστικά, τον κίνδυνο. Έσφιξε απαλά το χέρι της. Ένιωσε τη ζεστασιά
της, την ανθρώπινη, την αληθινή.
«Ξέρεις
τι φοβάμαι περισσότερο;» ψιθύρισε. «Ότι αν τελειώσει όλο αυτό… θα τελειώσουμε
κι εμείς.»
Ο
Κυριακός σηκώθηκε αργά και στάθηκε μπροστά της. Έσκυψε και ακούμπησε το μέτωπό
του στο δικό της.
«Αυτό που γεννιέται έτσι», της είπε, «δεν τελειώνει με αποφάσεις. Ούτε με αποστάσεις.»
Το
φιλί τους ήρθε ήσυχα, σχεδόν αναπόφευκτα. Όχι βιαστικό. Όχι απαιτητικό. Ήταν φιλί
ανθρώπων που είχαν χάσει χρόνο, και δεν ήθελαν να χάσουν άλλο.
Έμειναν
αγκαλιασμένοι, χωρίς λόγια. Η νύχτα προχωρούσε έξω, και η λίμνη κρατούσε τις
σκιές τους.
Ο
Κυριακός ήξερε πια πως η υπόθεση δεν ήταν μόνο επαγγελματική.
Και η Βέρα ήξερε πως, ό,τι κι αν αποκαλυπτόταν, δεν θα το αντιμετώπιζε μόνη.
Η
αγάπη δεν είχε έρθει σαν κεραυνός. Είχε έρθει σαν βαθύ νερό — αθόρυβα, και για πάντα.
Οι
μέρες στα Ιωάννινα κύλησαν αργά, σχεδόν επίτηδες. Σαν να είχε συμφωνήσει ο
χρόνος να τους χαρίσει μια ανάσα πριν ξανασφίξει τον κλοιό.
Το
πρωί κατέβηκαν στη λίμνη. Η Παμβώτιδα απλωνόταν ήρεμη, σιωπηλή, με εκείνη τη βαθιά
γαλήνη που δεν είναι αθώα — είναι γνώση. Μπήκαν στο καραβάκι για το νησί. Ο βαρκάρης
δεν μιλούσε πολύ. Δεν χρειαζόταν. Το νερό γλιστρούσε απαλά, κι ο ήχος των κουπιών
έμοιαζε με καρδιακό παλμό. Η Βέρα στεκόταν όρθια, κοιτάζοντας τα νερά. Ο Κυριακός
στάθηκε πίσω της. Δεν την άγγιξε αμέσως. Ήξερε πως μερικές στιγμές χρειάζονται
χώρο για να γεννηθούν.
«Εδώ»,
είπε εκείνη, «νιώθω σαν να σταματάει ο θόρυβος μέσα μου.»
Ο
Κυριακός χαμογέλασε.
«Ίσως
γιατί αυτός ο τόπος έχει δει τόσα, που δεν φοβάται πια τον πόνο.»
Στο
νησί περπάτησαν στα στενά, ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια και χαμηλούς τοίχους. Μπήκαν
στο σπίτι-μουσείο του Αλή Πασά. Ο Κυριακός στάθηκε μπροστά στο παράθυρο απ’ όπου,
λένε, κοίταζε τη λίμνη τις τελευταίες του μέρες.
«Ξέρεις»,
της είπε, «η ιστορία δεν είναι ποτέ καθαρή. Ήρωες, τύραννοι… όλα μπλέκονται.»
Η
Βέρα τον κοίταξε.
«Όπως
και οι άνθρωποι.»
Στάθηκαν
μπροστά στα εκθέματα της Ελληνικής Επανάστασης. Όπλα σκουριασμένα, γράμματα
μισοσβησμένα, πρόσωπα που θυσιάστηκαν για μια ιδέα μεγαλύτερη απ’ τους ίδιους.
«Πολέμησαν
για να ανήκουν κάπου», είπε εκείνη.
«Ή
για να αγαπήσουν ελεύθερα», απάντησε ο Κυριακός.
Το
απόγευμα τους βρήκε σε ένα μικρό καφενείο, με τσίπουρο και σιωπές που δεν
βάραιναν. Τα χέρια τους ακουμπούσαν πια φυσικά, σαν να ανήκαν πάντα το ένα στο
άλλο.
Το
βράδυ, στο δωμάτιο, δεν υπήρχε βιασύνη. Ο έρωτάς τους δεν είχε ανάγκη από ένταση
για να υπάρξει. Ήταν βαθύς, τρυφερός, σχεδόν ιερός. Σαν υπόσχεση χωρίς λόγια.
Σαν καταφύγιο.
Οι
μέρες ήταν λίγες. Μα κάθε στιγμή είχε βάρος χρόνου. Γέλια, αγκαλιές, βλέμματα που
κρατούσαν λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν.
Ο
Κυριακός ήξερε πως παραβίαζε τον πιο παλιό του κανόνα.
Η Βέρα ήξερε πως ρίσκαρε να πληγωθεί ξανά.
Μα
κανείς τους δεν έκανε πίσω.
Γιατί
υπήρχαν αγάπες που δεν έρχονται για να κρατήσουν για πάντα.
Έρχονται
για να σε αλλάξουν για πάντα.
Και
όταν, λίγες μέρες μετά, ετοιμάστηκαν να φύγουν από τα Ιωάννινα, ήξεραν και οι δύο
πως ό,τι κι αν τους περίμενε μπροστά — προδοσία, αλήθεια, αίμα ή λύτρωση — δεν θα
το αντιμετώπιζαν πια μόνοι.
Ήταν
δεμένοι. Και αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο — και το πιο αληθινό πράγμα που τους
είχε συμβεί.
Το
τηλεφώνημα ήρθε νωρίς το πρωί.
Το
φως μόλις είχε απλωθεί πάνω στη λίμνη. Η Βέρα κοιμόταν ακόμη, γυρισμένη στο πλάι,
με την ανάσα της ήρεμη. Ο Κυριακός στεκόταν στο παράθυρο, κοιτάζοντας το νερό
που έμοιαζε ακίνητο, σαν να κρατούσε την ανάσα του.
Το
κινητό δόνησε χαμηλά πάνω στο κομοδίνο.
Μια
φορά. Δεύτερη. Δεν χτύπησε δυνατά. Σαν να ήξερε πως δεν έπρεπε.
Ο
Κυριακός κοίταξε την οθόνη. Ήταν ο Άλι.
Η
καρδιά του βάρυνε πριν καν απαντήσει.
Βγήκε
αθόρυβα στο μικρό μπαλκόνι και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
«Μίλα»,
είπε χαμηλόφωνα.
Η
φωνή του Άλι ήρθε καθαρή, χωρίς περιττά λόγια. Αυτό ήταν πάντα κακό σημάδι.
«Δεν
έχουμε άλλο χρόνο.»
Ο
Κυριακός έσφιξε το κινητό.
«Τι
έγινε;»
«Ο
αδελφός της Βέρας δεν περιμένει άλλο. Έμαθε για τα Ιωάννινα. Κάποιος μίλησε. Δεν
ξέρω ποιος ακόμη.»
Μια
παύση. Μικρή. Επικίνδυνη.
«Έδωσε
εντολή. Όχι να σε φοβίσουν. Να τελειώνουν.»
Ο
Κυριακός έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Το τοπίο μπροστά του θόλωσε.
«Πότε;»
ρώτησε.
«Σύντομα.
Πολύ σύντομα. Και δεν είσαι μόνος στόχος.»
Ο
Κυριακός κατάλαβε πριν καν ειπωθεί.
«Η
Βέρα…»
«Ξέρουν
πως είναι μαζί σου.»
Η
σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Όχι από φόβο — από ευθύνη.
«Άκουσέ
με», συνέχισε ο Άλι. «Θα τους καθυστερήσω. Όσο μπορώ. Αλλά πρέπει να εξαφανιστείτε.
Να γυρίσετε Κύπρο. Σήμερα.»
Ο
Κυριακός κοίταξε πίσω από το τζάμι. Η Βέρα είχε γυρίσει στο κρεβάτι. Το πρόσωπό
της ήταν γαλήνιο. Ανυποψίαστο.
«Θα
σε ξαναπάρω», είπε ο Άλι. «Και τότε θα ξέρουμε αν θα μιλήσουμε με χρήμα… ή με
αίμα.»
Η
γραμμή έκλεισε.
Ο
Κυριακός έμεινε ακίνητος. Για λίγα δευτερόλεπτα, σκέφτηκε να της πει μόνο τα μισά.
Να την προστατεύσει με σιωπή.
Ύστερα
θυμήθηκε τα λόγια της στη λίμνη:
«Εδώ, νιώθω σαν να σταματάει ο θόρυβος μέσα μου»
Γύρισε
στο δωμάτιο.
Η
Βέρα είχε ανοίξει τα μάτια. Τον κοίταξε.
«Ποιος
ήταν;» ρώτησε ήσυχα.
Ο
Κυριακός κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Της πήρε το χέρι. Δεν απέφυγε το βλέμμα
της.
«Πρέπει
να φύγουμε», είπε.
«Τώρα.»
Η
Βέρα κατάλαβε αμέσως. Δεν ρώτησε περισσότερα. Μόνο έσφιξε τα δάχτυλά του. Η λίμνη
έξω παρέμενε ήρεμη. Μα η ευτυχία τους είχε ήδη σπάσει. Και αυτή τη φορά, δεν θα
υπήρχε επιστροφή στην αθωότητα.
Ο
Κυριακός καταλάβαινε πως, καθώς οι αντίπαλοι είχαν φτάσει σ’ αυτό το επίπεδο, ο
Άλι θα προχωρούσε το ίδιο. Χωρίς καθυστέρηση. Πιο μπροστά απ’ αυτούς.
Θα
ακολουθούσε τον κανόνα που γνώριζε καλά: το
προληπτικό χτύπημα.
Έφυγαν
από τα Ιωάννινα πριν χαράξει. Δεν υπήρξαν αποχαιρετισμοί, ούτε τελευταίες
ματιές στη λίμνη. Η απόφαση πάρθηκε σιωπηλά, σχεδόν ενστικτωδώς. Ο Κυριακός ήξερε
πια πως κάθε παραπάνω ώρα στον ίδιο τόπο ήταν ρίσκο. Όταν το παιχνίδι έφτανε
τόσο ψηλά, η ομορφιά γινόταν παγίδα.
Ταξίδεψαν
χωρίς προορισμό φανερό. Άλλαξαν διαδρομές, ονόματα σε ξενοδοχεία, συνήθειες.
Βρήκαν προσωρινό καταφύγιο σ’ έναν τόπο ουδέτερο, μακριά από λιμάνια και γνωστά
μονοπάτια. Ένα μέρος που δεν ρωτούσε πολλά και δεν θυμόταν πρόσωπα.
Οι
ώρες κυλούσαν βαριά. Η Βέρα δεν ρωτούσε πια πότε
θα τελείωνε όλο αυτό. Ρωτούσε μόνο πώς.
Και ο Κυριακός δεν είχε απάντηση που να μην πονά.
Το
τηλεφώνημα ήρθε λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Ο
Κυριακός το κατάλαβε πριν ακόμη δει την οθόνη. Το σώμα του σφίχτηκε, σαν να
είχε ήδη ακούσει τα λόγια. Βγήκε αθόρυβα έξω, αφήνοντας τη Βέρα πίσω, να τον
κοιτάζει χωρίς να μιλά. Η σιωπή της ήταν πιο βαριά από ερωτήσεις.
«Τελείωσε»,
είπε η φωνή του Άλι χωρίς χαιρετισμό.
Ο
Κυριακός δεν ρώτησε τι.
Ρώτησε μόνο:
«Πόσο
άσχημα;»
Μια
μικρή παύση — όχι από δισταγμό, αλλά από μέτρημα.
«Όσο έπρεπε.»
Ο
Άλι μίλησε χαμηλά, ψυχρά. Σαν άνθρωπος που αναφέρει γεγονότα, όχι πράξεις.
Η
συμμορία είχε δεχτεί χτύπημα εκεί που δεν το περίμενε. Όχι στο χρήμα — αυτό
ξαναβρίσκει πάντα δρόμο. Στους ανθρώπους. Στους δύο που ήξεραν πολλά. Στους
ενδιάμεσους που μετέφεραν ονόματα, ώρες, διαδρομές. Ένα “ατύχημα” στο λιμάνι. Μια
αποθήκη που κάηκε νύχτα. Ένας μεσάζοντας που χάθηκε χωρίς θόρυβο.
«Και
ο αδελφός της;» ρώτησε ο Κυριακός.
Η
σιωπή αυτή τη φορά κράτησε περισσότερο.
«Δεν
τον άγγιξα», είπε ο Άλι. «Όχι ακόμη. Ήθελα να το ξέρεις. Το παιχνίδι άλλαξε
επίπεδο.»
Ο
Κυριακός ένιωσε το βάρος να κατεβαίνει χαμηλά, στο στομάχι. Αυτό δεν ήταν λύση.
Ήταν κλιμάκωση.
«Τους
τρόμαξες», είπε.
«Όχι»,
απάντησε ο Άλι. «Τους έκοψα τον χρόνο.»
Ο
Κυριακός κοίταξε πίσω του. Η Βέρα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. Δεν άκουγε
λέξεις, μα έβλεπε το πρόσωπό του. Και αυτό έφτανε.
«Τι
κάνουμε τώρα;» ρώτησε.
«Τώρα»,
είπε ο Άλι, «η αλήθεια έγινε όπλο. Και όποιος την κρατά, κινδυνεύει πρώτος.»
Η
γραμμή έκλεισε.
Ο
Κυριακός έμεινε για λίγο ακίνητος. Ύστερα γύρισε μέσα. Δεν μίλησε. Δεν εξήγησε.
Την αγκάλιασε μόνο. Όχι για παρηγοριά — για προστασία. Γιατί ήξερε πως ό,τι κι
αν ακολουθούσε, δεν θα άφηνε κανέναν αλώβητο.
Η
νύχτα έξω ήταν ήσυχη. Απατηλά ήσυχη.
Και
αυτή τη φορά, ο Κυριακός το ήξερε: η ιστορία δεν θα τελείωνε με δικαιοσύνη. Θα
τελείωνε με επιλογή.
Ο
Κυριακός οδήγησε ως την Αθήνα χωρίς στάσεις.
Ο δρόμος κύλησε μηχανικά, σαν να τον γνώριζε απ’ έξω κι από μέσα. Η Βέρα κοιμόταν
στο κάθισμα δίπλα του, κουρασμένη από τις τελευταίες μέρες, μα εκείνος δεν
χαλάρωσε ούτε στιγμή. Όταν έφτασαν, κατέληξαν στο ξενοδοχείο του Άλι — το ίδιο
πολυτελές, το ίδιο απρόσωπο. Ένα μέρος φτιαγμένο για να προστατεύει μυστικά.
Αυτή
τη φορά ένιωθε πιο ήρεμος. Όχι ασφαλής — απλώς πιο καθαρός στο μυαλό.
Ο
Άλι είχε ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Το μεγάλο κύμα είχε σπάσει. Προς το παρόν, δεν
υπήρχε άμεσος κίνδυνος. Όμως ο Κυριακός ήξερε καλά πως οι ιστορίες αυτές δεν
τελειώνουν ποτέ απότομα. Μόνο αλλάζουν μορφή.
Αποφάσισε
πως έπρεπε να τον συναντήσει. Να μάθει με λεπτομέρειες τι είχε συμβεί. Ποιοι
είχαν βγει από τη μέση, ποιοι είχαν μείνει, ποιοι απλώς κρύβονταν. Μόνο τότε θα
μπορούσε να σκεφτεί ψύχραιμα. Μόνο τότε θα αποφάσιζε μέχρι ποιο σημείο θα μιλούσε
στη Βέρα.
Καταλάβαινε
ότι ο μεγάλος κίνδυνος είχε περάσει.
Αλλά παρέμενε ο μικρός — κι αυτός ήταν ο πιο απρόβλεπτος.
Ο
αδελφός της. Φοβισμένος. Μόνος. Αποκομμένος από τους ανθρώπους που τον προστάτευαν.
Άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν εξαφανίζονται, σπρώχνονται στη γωνία. Και τότε, είτε
λυγίζουν είτε γίνονται επικίνδυνοι. Η απελπισία είναι πάντα κακός σύμβουλος.
Ο
Κυριακός το ήξερε. Και δεν ήθελε άλλο αίμα.
Σκέφτηκε
πως η μόνη λύση ήταν να μιλήσουν όλοι μαζί.
Ο ίδιος. Ο Άλι. Και η Βέρα.
Όχι
για να τρομάξουν κανέναν. Αλλά για να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους. Να εξηγήσουν
την πραγματικότητα, να κόψουν τα περιθώρια παρερμηνείας, να δείξουν στον αδελφό
της πως δεν είχε πια συμμάχους, αλλά ούτε και λόγο να χτυπήσει. Να τον κάνουν να
μείνει κρυμμένος στο καβούκι του. Να επιλέξει τη σιωπή αντί για την καταστροφή.
Αυτό
θα έλεγε στον Άλι. Αυτό θα του ζητούσε.
Για
πρώτη φορά, ο Κυριακός δεν σκεφτόταν σαν ερευνητής.
Σκεφτόταν σαν άνθρωπος που είχε κάτι να χάσει. Και ήξερε πως το πιο δύσκολο δεν
ήταν να αντιμετωπίσει τον αδελφό της Βέρας. Ήταν να της πει την αλήθεια, χωρίς
να τη συντρίψει.
Το
ραντεβού κανονίστηκε για αργά το απόγευμα, σε μια ιδιωτική αίθουσα του ξενοδοχείου.
Ένα
δωμάτιο χωρίς παράθυρα, με βαριές κουρτίνες και χαμηλό φωτισμό. Ο Άλι προτιμούσε
τους χώρους όπου τίποτα δεν άκουγε και τίποτα δεν έβλεπε.
Η
Βέρα μπήκε πρώτη. Στάθηκε για μια στιγμή διστακτικά, σαν να ένιωθε πως περνούσε
ένα αόρατο κατώφλι. Το βλέμμα της περιπλανήθηκε στον χώρο και ύστερα καρφώθηκε
στον άντρα που στεκόταν όρθιος κοντά στο τραπέζι.
Ο
Άλι. Μικρόσωμος, αδύνατος, με κοστούμι άψογα ραμμένο. Τίποτα πάνω του δεν πρόδιδε
τη φήμη του. Μόνο τα μάτια. Σκούρα, διαπεραστικά, μάτια ανθρώπου που είχε ζήσει
πολύ πιο βαθιά απ’ όσο επέτρεπε η ηλικία του.
Ο
Κυριακός στάθηκε δίπλα της. Δεν την άγγιξε, αλλά η παρουσία του ήταν σταθερή,
καθησυχαστική.
«Βέρα»,
είπε ήρεμα, «αυτός είναι ο Άλι».
Ο
Άλι χαμογέλασε ελαφρά και έσκυψε το κεφάλι, με έναν τρόπο σχεδόν ευγενικό.
«Χαίρομαι
που σας γνωρίζω», είπε στα ελληνικά, με ελαφριά ξενική προφορά. «Αν και εύχομαι
να ήταν υπό άλλες συνθήκες».
Η
Βέρα δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Θέλω
να ξέρω γιατί πέθανε ο άντρας μου», είπε απευθείας. «Και ποιος ευθύνεται».
Η
σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.
Ο
Άλι κάθισε αργά στην καρέκλα του και τους έδειξε να κάνουν το ίδιο.
«Θα
τα πούμε όλα», είπε. «Αλλά όχι βιαστικά. Η αλήθεια θέλει τάξη. Αλλιώς σκοτώνει
ξανά».
Η
Βέρα έσφιξε τα χέρια της.
«Έχω
χάσει ήδη αρκετά. Δεν φοβάμαι».
Ο
Άλι την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλήσει. Ύστερα γύρισε στον Κυριακό.
«Της
έχεις πει;»
Ο
Κυριακός πήρε μια ανάσα.
«Όσα
έπρεπε. Όχι όσα πονούσαν».
Ο
Άλι ένευσε καταφατικά.
«Τότε
θα συνεχίσουμε από εκεί».
Γύρισε
ξανά στη Βέρα.
«Ο
άντρας σας δεν ήταν θύμα μιας απλής υπόθεσης. Ήταν μέρος μιας δουλειάς. Μεγάλης.
Επικίνδυνης. Και πολύ προσοδοφόρας».
Η
Βέρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται.
«Μου
είχε πει πως όλα τελείωσαν…»
«Οι
δουλειές αυτές δεν τελειώνουν έτσι απλά», απάντησε ο Άλι.
«Κάποιος
πάντα μένει πίσω. Και κάποιος πάντα πληρώνει».
Ο
Κυριακός παρενέβη.
Πλήρωσε
γιατί ήξερε πολλά. Και γιατί κάποιος φοβήθηκε ότι θα μιλήσει».
Ο
Άλι έγνεψε αργά.
«Ή
γιατί κάποιος τον πρόδωσε».
Η
Βέρα σήκωσε απότομα το κεφάλι.
«Ποιος;»
Ο
Άλι δίστασε. Όχι από φόβο. Από επιλογή.
«Εδώ
είναι που τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ξένος
για εσάς».
Η
σιωπή απλώθηκε ξανά στο δωμάτιο.
Ο
Κυριακός ένιωσε το βάρος της στιγμής να τον πλακώνει. Ήξερε πως από δω και πέρα
δεν υπήρχαν εύκολες λέξεις.
Η
Βέρα τον κοίταξε.
«Κυριακέ»,
είπε με φωνή που έτρεμε. «Τι δεν μου λες;»
Εκείνος
κράτησε το βλέμμα της.
Για
πρώτη φορά, δεν είχε έτοιμη απάντηση.
Ο
Άλι σηκώθηκε.
«Θα
τα πούμε όλα. Όλη την αλήθεια. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος. Αλλά όταν ειπωθεί, δεν
θα υπάρχει γυρισμός. Και πρέπει να είστε έτοιμη να ακούσετε ποιον χάσατε… και
ποιον ίσως χάσετε ξανά».
Η
Βέρα δεν απάντησε. Μόνο έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Και τότε κατάλαβε πως
ο θάνατος του άντρα της δεν ήταν το τέλος της ιστορίας.
Ο Άλι στάθηκε όρθιος, σαν να είχε πάρει την απόφαση που
απέφευγε ώρα. Το βλέμμα του καρφώθηκε στη Βέρα.
«Ο
άνθρωπος που έδωσε το σήμα…», είπε αργά, «δεν ήταν απ’ έξω. Ήταν από μέσα. Από
τον κύκλο σας».
Η
Βέρα ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
«Μίλα»,
είπε κοφτά. «Μη με λυπάσαι».
Ο
Κυριακός έσκυψε ελαφρά το κεφάλι.
«Ήταν
ο αδελφός σου».
Η
λέξη έπεσε σαν πυροβολισμός.
Η
Βέρα τινάχτηκε από την καρέκλα.
«Όχι!»
φώναξε. «Λες ψέματα. Δεν θα το έκανε ποτέ. Ήταν σαν αδέλφια με τον άντρα μου».
«Ακριβώς»,
απάντησε ο Άλι ήρεμα. «Και εκεί είναι το πρόβλημα».
Η
Βέρα γύρισε προς το μέρος του, τα μάτια της γυάλιζαν.
«Τι εννοείς;»
Ο
Άλι πήρε μια ανάσα.
«Ο
άντρας σου ήθελε να φύγει. Να σταματήσει. Να πάρει το μερίδιό του και να εξαφανιστεί.
Ο αδελφός σου φοβήθηκε. Όχι μόνο για τα λεφτά. Φοβήθηκε ότι αν μιλούσε, θα έπεφταν
όλοι».
Ο
Κυριακός συμπλήρωσε:
«Δεν
σχεδίασε τον θάνατο. Αλλά ζήτησε “να λυθεί το πρόβλημα”. Αυτή ήταν η λέξη που
χρησιμοποίησε».
Η
Βέρα έφερε τα χέρια στο στόμα της.
«Θεέ
μου…», ψιθύρισε. «Το παιδί της μάνας μου…»
Τα
πόδια της λύγισαν. Ο Κυριακός πρόλαβε και την κράτησε. Δεν αντιστάθηκε. Έγειρε
πάνω του, σαν να μην είχε πια δύναμη να σταθεί μόνη.
«Ήταν
φόβος», είπε ο Άλι. «Πανικός. Όχι κακία. Αλλά στον κόσμο μας, αυτά δεν ξεχωρίζουν».
Η
Βέρα σήκωσε αργά το κεφάλι. Τα δάκρυα έτρεχαν, μα η φωνή της ήταν καθαρή.
«Ζει;»
Ο
Άλι έγνεψε.
«Ζει.
Και κρύβεται. Και τρέμει».
Η
Βέρα έκλεισε τα μάτια. Έμεινε έτσι για λίγα δευτερόλεπτα. Όταν τα άνοιξε, κάτι
είχε αλλάξει. Η οργή είχε δώσει τη θέση της σε μια σκληρή, πονεμένη αποφασιστικότητα.
«Θέλω
να τον δω».
Ο
Κυριακός την κοίταξε ανήσυχος.
«Βέρα…»
«Είναι
αδελφός μου», είπε κοφτά. «Το αίμα νερό δεν γίνεται. Αλλά ούτε και συγχωρείται
χωρίς αλήθεια».
Ο
Άλι την παρατήρησε για λίγο.
«Είσαι
σίγουρη;»
«Ναι».
Τον
έφεραν το ίδιο βράδυ. Είχε ταξιδέψει από την Κύπρο στον Πειραιά, νομίζοντας πως
θα είχε προστασία από τους δικούς του. Όταν όμως είδε τη συμμορία να εξαλείφεται,
μετακόμισε στα Πετράλωνα και κρυβόταν σε ένα υγρό υπόγειο διαμέρισμα. Οι άντρες
του Άλι ήξεραν ήδη την κρυψώνα του. Και τον έφεραν.
Ο
αδελφός της μπήκε στο δωμάτιο σκυφτός. Αγνώριστος. Αδύνατος, αξύριστος, με
μάτια κατακόκκινα από την αϋπνία. Μόλις είδε τη Βέρα, γονάτισε.
«Αδελφή
μου…», είπε σπασμένα. «Δεν ήθελα…»
«Σήκω»,
του είπε εκείνη. Η φωνή της έτρεμε, μα δεν έσπαγε. «Κοίτα με».
Σήκωσε
το κεφάλι.
«Ξέρεις
τι έκανες;»
«Φοβήθηκα»,
ψέλλισε. «Μας είχαν πιάσει από παντού…»
Ο
Άλι τον διέκοψε.
«Δεν
σε σκότωσα. Δεν σε παρέδωσα. Σε αυτό να ξέρεις, ήμασταν επιεικείς».
Ο
άντρας άρχισε να τρέμει.
«Σας
παρακαλώ…»
Η
Βέρα πλησίασε.
«Δεν
θα μιλήσω. Δεν θα σε δώσω. Όχι γιατί δεν φταις. Αλλά γιατί είμαι η αδελφή σου».
Τα
μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Σε
κατέστρεψα…»
«Με
κατέστρεψες», είπε ήρεμα. «Αλλά ακόμα αναπνέω».
Ο
Κυριακός πήρε τον λόγο.
«Από
εδώ και πέρα θα μείνεις ήσυχος. Κρυμμένος. Στο καβούκι σου. Δεν θα μιλήσεις σε κανέναν.
Δεν θα κινηθείς».
Ο
Άλι συμπλήρωσε:
«Και
όσο το κάνεις αυτό, θα είσαι προστατευμένος. Όχι από καλοσύνη. Από συμφωνία».
Ο
άντρας έγνεψε μανιασμένα.
«Ορκίζομαι».
Η
Βέρα γύρισε την πλάτη. Δεν άντεχε άλλο να τον κοιτά.
«Φύγε»,
είπε. «Και ζήσε με αυτό».
Όταν
έμειναν μόνοι, η Βέρα λύγισε ξανά. Ο Κυριακός την αγκάλιασε σφιχτά.«Έκανες το πιο
δύσκολο πράγμα», της ψιθύρισε. «Διάλεξες να μη γίνεις σαν αυτούς».
Εκείνη
έκλαψε στον ώμο του. Όχι για τον άντρα που έχασε. Αλλά για τον αδελφό που δεν θα
είχε ποτέ ξανά.
Και
ήξερε πια πως η αλήθεια, όταν ειπωθεί, δεν λυτρώνει πάντα. Μερικές φορές απλώς σε
μαθαίνει να ζεις με το βάρος της.
«Όλα
τελείωσαν», διαβεβαίωσε ο Άλι τον Κυριακό. «Μπορείτε να επιστρέψετε στην Κύπρο
χωρίς έγνοια και φόβο».
Τα
λόγια του ακούστηκαν ήσυχα, σχεδόν καθησυχαστικά. Όμως ο Κυριακός ήξερε πως,
όταν τέτοιες υποθέσεις “τελειώνουν”, απλώς αλλάζουν μορφή.
Στο
αεροδρόμιο τους μετέφερε ο ίδιος ο Άλι. Η διαδρομή κύλησε χωρίς πολλά λόγια. Η πόλη
έμενε πίσω τους, με τα φώτα της να σβήνουν ένα ένα, σαν σκηνή που έκλεινε αργά
την αυλαία της.
Στον
αποχαιρετισμό, λίγο πριν χωριστούν, ο Άλι πλησίασε τον Κυριακό. Δεν τον κοίταξε
στα μάτια. Έσκυψε μόνο ελαφρά και ψιθύρισε στο αυτί του:
«Το
μερίδιο του άντρα της Βέρας θα φτάσει στο σπίτι σας σε λίγο καιρό. Από άνθρωπο δικό
μου. Όταν τα πράγματα θα έχουν ηρεμήσει τελείως».
Ο
Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Ένευσε μόνο, αργά. Ήξερε πως το χρήμα αυτό κουβαλούσε
πάνω του σιωπή, φόβο και αίμα. Μα ήξερε επίσης πως ήταν το τελευταίο κομμάτι μιας
ιστορίας που όφειλε να κλείσει.
Η
Βέρα στεκόταν λίγα βήματα πιο πέρα, κρατώντας την τσάντα της σφιχτά. Όταν ο Κυριακός
γύρισε προς το μέρος της, διάβασε στο βλέμμα της την ίδια σκέψη: τίποτα δεν θα
ήταν ποτέ όπως πριν.
Κι
όμως, το αεροπλάνο απογειώθηκε.
Η
Αθήνα χάθηκε κάτω από τα σύννεφα, και μαζί της έμεναν πίσω σκιές, συμφωνίες και
αλήθειες που δεν θα ειπωθούν ποτέ δυνατά.
Μπροστά
τους απλωνόταν η Κύπρος. Όχι ως καταφύγιο πια, αλλά ως τόπος όπου θα έπρεπε να
μάθουν να ζουν με όσα είχαν γίνει.
Και
ο Κυριακός το ήξερε: μερικά ταξίδια δεν τελειώνουν όταν γυρίζεις σπίτι. Απλώς
αρχίζουν τότε.
Το σπίτι του Κυριακού ήταν ήσυχο. Όχι ήσυχο με την
έννοια της γαλήνης, αλλά εκείνη τη βαριά σιωπή που έχουν τα σπίτια ανθρώπων που
ζουν μόνοι πολλά χρόνια.
Οι μέρες πέρασαν ήσυχες. Μόνος πίσω από το γραφείο, με
ένα τσιγάρο στο χέρι, το μυαλό του γυρόφερνε συνεχώς στην υπόθεση της Βέρας.
Σκεφτόταν πως, από ερευνητής, είχε καταλήξει ντετέκτιβ. Δεν τον ενοχλούσε. Ήταν
μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, μια εμπειρία ζωής που τον είχε σημαδέψει.
Την τρίτη μέρα χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
Ο άντρας απ’ έξω έμοιαζε με κλητήρα, ίσως ταχυδρόμο. Στο χέρι κρατούσε μια βαλίτσα
που φαινόταν βαριά. Την άπλωσε προς τον Κυριακό και είπε απλά:
«Χαιρετίσματα από τον Άλι. Η βαλίτσα είναι δική σου».
Μέσα υπήρχαν χαρτονομίσματα. Δέσμες, πολλές. Υπολόγισε
πρόχειρα πως ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο. Ήταν το μερίδιο του άντρα της
Βέρας.
Ο Άλι είχε τηρήσει την υπόσχεσή του.
Ο Κυριακός σήκωσε το τηλέφωνο και την κάλεσε.
Η Βέρα στάθηκε στο κατώφλι
κρατώντας μια μικρή βαλίτσα. Δεν είχε πάρει πολλά. Ρούχα για λίγες μέρες, είπε.
Και κάποια πράγματα που δεν άντεχε να αφήσει πίσω. Τίποτα περιττό. Τίποτα που
να θυμίζει την παλιά της ζωή.
Ο Κυριακός έκλεισε την πόρτα πίσω της χωρίς θόρυβο.
«Ήρθα για να μείνω μαζί σου», του είπε. «Δεν με ενδιαφέρουν
τα λεφτά. Εγώ θέλω μόνο εσένα».
Δεν είπε καλώς ήρθες. Δεν είπε μείνε όσο
θέλεις. Ήξερε πως αυτές οι λέξεις θα βάραιναν περισσότερο απ’ όσο άντεχαν.
«Εντάξει», της είπε μόνο.
Σαν να ήταν κάτι φυσικό. Δεν σχολίασε περισσότερο.
Λίγο αργότερα πρόσθεσε:
«Εδώ είναι τα χρήματα».
Η Βέρα προχώρησε λίγα βήματα και κοίταξε γύρω της.
Το σπίτι ήταν καθαρό, τακτοποιημένο, σχεδόν αυστηρό. Σαν τον ίδιο. Βιβλία σε σειρές,
φάκελοι στοιχισμένοι, το γραφείο κοντά στο παράθυρο. Καμία φωτογραφία. Καμία
απόδειξη παρελθόντος. Και έξω στην αυλή η γέρικη τερατσιά έστεκε σαν αιώνιος φύλακας. Ο κορμός της ήταν χοντρός, ραγισμένος από τα χρόνια,
και τα κλαδιά της άπλωναν βαριά πάνω από την αυλή, σαν χέρια που είχαν
κουραστεί να κρατούν μνήμες. Ήταν το μόνο πράγμα στο σπίτι που θύμιζε παλιές εποχές.
Ίσως
γιατί ήταν εκεί πριν απ’ όλα τ’ άλλα.
Πριν
από τα βιβλία, πριν από τους φακέλους, πριν από τη σιωπή.
«Ζεις σαν να μην θέλεις να αφήνεις ίχνη», είπε χαμηλόφωνα.
Ο Κυριακός χαμογέλασε αχνά.
«Τα ίχνη βρίσκονται εύκολα. Τα εξαφανίζεις δύσκολα».
Της έδειξε ένα μικρό δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου.
«Μπορείς να μείνεις εδώ. Αν…»
Σταμάτησε. Δεν ήξερε πώς να τελειώσει τη φράση.
Η Βέρα άφησε τη βαλίτσα κάτω, χωρίς να μπει αμέσως.
«Δεν ήρθα για να κρυφτώ», είπε. «Ήρθα γιατί δεν μπορώ να είμαι μόνη».
Η ειλικρίνειά της τον αιφνιδίασε. Την κοίταξε για λίγο,
σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει ή να σωπάσει.
«Ούτε εγώ χωρίς εσένα», παραδέχτηκε τελικά.
Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε δυνατά.
Η νύχτα έπεσε χωρίς να το καταλάβουν. Έφαγαν κάτι πρόχειρο
στην κουζίνα, σχεδόν σιωπηλοί. Όχι από αμηχανία — από σεβασμό. Σαν δύο άνθρωποι
που ήξεραν πως, αν μιλούσαν, θα άνοιγαν πληγές που δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να
καθαρίσουν.
Αργότερα, η Βέρα στάθηκε στο σαλόνι και κοίταξε το
γραφείο του.
«Αύριο», είπε διστακτικά, «θα ήθελα να σε βοηθήσω. Όχι
για να ξεχαστώ. Για να θυμάμαι σωστά».
Ο Κυριακός σήκωσε το βλέμμα.
«Δεν είναι εύκολη δουλειά».
«Ούτε η ζωή μου ήταν εύκολη», απάντησε.
Την κοίταξε ξανά. Αυτή τη φορά διαφορετικά. Όχι σαν
γυναίκα που είχε πληγωθεί, αλλά σαν άνθρωπο που είχε επιλέξει να σταθεί όρθιος
μέσα στα συντρίμμια.
«Θα ξεκινήσουμε σιγά», είπε. «Και αν δεις πως δεν αντέχεις…»
Η Βέρα τον διέκοψε.
«Θα αντέξω».
Η ώρα είχε περάσει. Στάθηκαν για λίγο αμήχανοι στον διάδρομο,
πριν τραβήξει ο καθένας προς το δωμάτιό του.
«Καληνύχτα, Κυριακέ», είπε εκείνη.
«Καληνύχτα, Βέρα».
Έκλεισαν τις πόρτες τους σχεδόν ταυτόχρονα.
Ο Κυριακός έμεινε ξαπλωμένος με τα μάτια ανοιχτά. Άκουγε
τους μικρούς ήχους του σπιτιού — βήματα, νερό να τρέχει, μια καρέκλα που μετακινήθηκε.
Ήχους ζωής.
Στο άλλο δωμάτιο, η Βέρα κάθισε στο κρεβάτι χωρίς να
ξαπλώσει. Κρατούσε στα χέρια της το δαχτυλίδι που δεν φορούσε πια. Το άφησε στο
κομοδίνο.
Όχι σαν αποχαιρετισμό. Σαν αποδοχή.
Εκείνη τη νύχτα δεν αγγίχτηκαν. Δεν φιλήθηκαν. Δεν
είπαν τίποτα περισσότερο.
Κι όμως, για πρώτη φορά μετά από καιρό, κανείς τους
δεν ένιωσε μόνος.