Ο Κυριάκος συνήθιζε να γυρίζει το βλέμμα του πίσω, στα χρόνια που κυλούσαν αθόρυβα και χάνονταν. Χρόνια γεμάτα αγώνα, πείσμα, φόβο και δοκιμασίες που τον είχαν φέρει πολλές φορές στα όρια της αντοχής του. Μέσα από εκείνο το δύσβατο μονοπάτι είχε χτιστεί σιγά-σιγά η δύναμή του, η επιμονή του και η πίστη πως κάθε βήμα, όσο μικρό κι αν φαινόταν, είχε τη δική του σημασία.
Με τον καιρό είχε μάθει να
βλέπει διαφορετικά τον εαυτό του και τη ζωή. Οι πληγές του παρελθόντος είχαν
γίνει μαθήματα και τα λάθη του δεν τα κουβαλούσε πια σαν βάρος, αλλά σαν
σιωπηλούς δασκάλους.
Κι όταν έφερνε στον νου του τα δύσκολα περιστατικά της
ζωής του, ένιωθε πως από πολύ νωρίς είχε μέσα του κάτι που τον βοηθούσε να
κρίνει σωστά. Το είχε αποδείξει πολλές φορές, ακόμη και σε δύσκολες στιγμές,
όπως με στην
περίπτωση της Ντιάνας της οικονόμου.
Ακόμη και στις στιγμές της
οργής, όταν ο θυμός τον κατέκλυζε, συνήθως κατάφερνε να αφήνει τη λογική να
προηγείται του συναισθήματος.
Γνώριζε εκείνη την
ασφυκτική πίεση στο στήθος, το κύμα της αδρεναλίνης που θολώνει τη σκέψη και
παρασύρει τον άνθρωπο σε πράξεις που αργότερα μετανιώνει. Κι όμως, τις
περισσότερες φορές έβρισκε τη δύναμη να συγκρατείται λίγο πριν χαθεί μέσα στη
δίνη του θυμού.
Ένα τέτοιο περιστατικό
είχε συμβεί όταν ήταν ακόμη νέος, μόλις τριάντα πέντε χρονών.
Εκείνο το καλοκαιρινό
βράδυ καθόταν στο χαμηλό τραπέζι της Σβέτας, κρατώντας ένα ποτήρι στο χέρι.
Είχε γίνει πια συνήθειά του. Σχεδόν κάθε βράδυ καθόταν εκεί, βυθισμένος στις
σκέψεις του, παρατηρώντας τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν στην πλατεία.
Κάποια στιγμή πρόσεξε, στο βάθος, μια
καχεκτική φιγούρα να περπατά με βιαστικό και νευρικό βήμα, σαν να κυνηγούσε τον
χρόνο.
Για μια στιγμή το σώμα του πάγωσε.
Η σιλουέτα εκείνη του φάνηκε παράξενα γνώριμη.
Και αμέσως
οι σκέψεις του τον παρέσυραν χρόνια πίσω όταν
ήταν ακόμη νέος, μόλις τριάντα πέντε χρονών.
Ήταν τότε ακόμη νέος, στο απόγειο της νιότης
και της σωματικής του δύναμης, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα από τα μεγαλύτερα
τεστ αυτοκυριαρχίας της ζωής του.
Οδηγούσε το μικρό του μηχανάκι προς ένα
επαγγελματικό ραντεβού. Για να κερδίσει χρόνο είχε επιλέξει τα στενά δρομάκια
του χωριού. Από
την κεντρική πλατεία, πήρε την όδό Νικόλα Πενταρά. Δρόμος στενός, κατηφορικός,
επικίνδυνος. Σε μια απότομη στροφή
ορθής γωνίας, ένα μεγάλο αυτοκίνητο πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του χωρίς να
σταματήσει στο στοπ.
Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Βρέθηκε σωριασμένος στο οδόστρωμα. Το μηχανάκι
είχε στραπατσαριστεί, όπως και το σώμα του. Το δέρμα του είχε γδαρθεί από το
άσπρο τσιμέντο και ο πόνος έκαιγε σε κάθε του κίνηση. Σηκώθηκε γεμάτος οργή για
την απροσεξία του οδηγού.
Τότε η πόρτα του αυτοκινήτου άνοιξε. Από μέσα κατέβηκε ένα καχεκτικό ανθρωπάκι.
Αργότερα έμαθε πως τον φώναζαν Μάγκα.
Ήταν μικρόσωμος, με λεπτά πόδια που έμοιαζαν
να λυγίζουν κάτω από το βάρος του σώματός του. Οι ώμοι του ήταν σκυφτοί, σαν να
κουβαλούσε χρόνια ολόκληρα τα βάσανα του κόσμου. Το πρόσωπό του, χλωμό και
στεγνό, πρόδιδε έναν άνθρωπο που είχε μάθει να επιβιώνει περισσότερο με τις
φωνές παρά με τις πράξεις.
Κι όμως, μέσα σε εκείνη τη μικρή και αδύναμη
φιγούρα κρυβόταν ένα παράξενο θράσος, μια προκλητική αυθάδεια που προσπαθούσε
να παρουσιάσει ως δύναμη.
Με φωνή τσιριχτή και ύφος επιθετικό άρχισε να
φωνάζει πως ο Κυριάκος έφταιγε για το ατύχημα, πως του είχε κλείσει τον δρόμο
και πως απαιτούσε αποζημίωση για τη ζημιά που, όπως ισχυριζόταν, είχε υποστεί
το αυτοκίνητό του.
Ο Κυριάκος τον κοιτούσε και δεν πίστευε στα
μάτια του.
Πνιγμένος από την αδικία και εξαγριωμένος από
το θράσος του, έβλεπε μπροστά του έναν άνθρωπο τόσο μικρό και αδύναμο, που
ήξερε πως, αν άφηνε τον θυμό του ελεύθερο, ένα μόνο χτύπημα θα αρκούσε για να
τον ρίξει κάτω.
Ένιωθε το αίμα του να βράζει, τα χέρια του να
τρέμουν και κάθε μυς του σώματός του να απαιτεί αντίδραση.
Μέσα του, όμως, ακουγόταν μια δεύτερη φωνή. Η πιο δύσκολη φωνή απ’ όλες. Η φωνή που του έλεγε να συγκρατηθεί. Να
καταπιεί την προσβολή. Να πνίξει την οργή. Να μην υψώσει το χέρι του.
Θυμόταν ακόμη εκείνη τη μάχη με τον ίδιο του
τον εαυτό. Την επιθυμία να τον τιμωρήσει, να του κλείσει το στόμα, να του δώσει
ένα μάθημα που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Ήταν του χεριού του. Θα μπορούσε εύκολα να τον κάνει να σωπάσει.
Κι όμως, η πραγματική σύγκρουση δεν βρισκόταν
ανάμεσά τους. Βρισκόταν μέσα του. Ανάμεσα στον θυμό που ζητούσε αντίδραση και στη λογική που απαιτούσε αυτοσυγκράτηση.
Και στο τέλος νίκησε η λογική. Δεν σήκωσε χέρι. Δεν επέτρεψε στον θυμό
να τον ορίσει.
Δεν άξιζε τον κόπο να τα βάλει με ένα τόσο αδύναμο άνθρωπο.
Τώρα, τόσα χρόνια αργότερα, καταλάβαινε πως η
μεγαλύτερη δύναμη που είχε δείξει τότε δεν ήταν η σωματική του υπεροχή, αλλά η
απόφασή του να μην τη χρησιμοποιήσει.
Εκεί, στο στενό δρομάκι της οδού Νικόλα
Πενταρά, λίγα μόλις μέτρα από το σημείο όπου καθόταν τώρα, είχε γεννηθεί μέσα
του μια αλήθεια που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή:
Ο άνθρωπος δεν μετριέται μόνο από όσα είναι
ικανός να κάνει. Μετριέται, κυρίως, από όσα επιλέγει να μην κάνει.
Η καχεκτική φιγούρα στο βάθος είχε πια χαθεί
μέσα στο σκοτάδι της πλατείας.
Ο Κυριάκος ανακάθισε στην καρέκλα του και
έφερε το ποτήρι στα χείλη. Οι αναμνήσεις συνέχιζαν να ξετυλίγονται μέσα του σαν
παλιό κουβάρι.
Εκείνο το περιστατικό του είχε διδάξει πολλά. Όχι όμως τα πάντα. Γιατί ποτέ του δεν πίστεψε πως η αποφυγή των
συγκρούσεων ισοδυναμεί με αδυναμία, ούτε πως η αυτοσυγκράτηση είναι πάντοτε η
μοναδική απάντηση.
Και, σαν να ήθελε η ζωή να ολοκληρώσει το
μάθημα που είχε αρχίσει εκείνο το απόγευμα στην οδό Νικόλα Πενταρά, του έφερε
ξανά τον ίδιο άνθρωπο μπροστά του.
Ένα πρωινό, λίγο μετά την ανατολή, ένα βαν
σταμάτησε έξω από το γραφείο του. Ο Κυριάκος το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν το ίδιο όχημα που χρόνια πριν είχε καρφωθεί πάνω του, στην
οδό Νικόλα Πενταρά, αφήνοντάς τον πεσμένο στο οδόστρωμα.
Η πόρτα άνοιξε και από μέσα κατέβηκε ο Μάγκας. Μα αυτή τη φορά δεν υπήρχαν φωνές, ούτε
απειλές, ούτε εκείνο το προκλητικό θράσος που τον χαρακτήριζε. Η στάση του ήταν
διαφορετική. Σχεδόν ευγενική. Σχεδόν ταπεινή.
— Έμαθα πως ψάχνεις για βαν, κύριε Κυριάκο,
είπε με προσεκτικό τόνο. Το πουλώ σε τιμή ευκαιρίας... Έχω μεγάλη ανάγκη. Το
παιδί μου είναι άρρωστο.
Όποιος δεν γνωρίζει, εύκολα συγκινείται. Όποιος γνωρίζει, διακρίνει. Ο Κυριάκος ήξερε ήδη την αλήθεια. Ο Μάγκας δεν
είχε παιδί. Δεν είχε οικογένεια να συντηρήσει ούτε κάποια αρρώστια να πολεμήσει.
Είχε μόνο χρέη σε χαρτοπαικτικές λέσχες και ανοιχτούς λογαριασμούς με ανθρώπους
που δεν συγχωρούσαν εύκολα.
Η τιμή που ζητούσε ήταν εξευτελιστικά χαμηλή
για την αξία του οχήματος. Τιμή ανθρώπου που δεν πουλούσε από επιλογή, αλλά από
αδιέξοδο.
— Πόση ανάγκη έχεις; τον ρώτησε ήρεμα.
Το βλέμμα του άλλου ταλαντεύτηκε για μια
στιγμή ανάμεσα στην προσποίηση και την παράκληση.
Ο Κυριάκος τον έβλεπε πραγματικά αδύναμο. Και κατάλαβε κάτι παράξενο.
Χρόνια πριν, ο ίδιος στεκόταν αγανακτισμένος
μπροστά σε έναν άνθρωπο αδύναμο σωματικά αλλά αλαζονικό. Τώρα οι ρόλοι είχαν
αλλάξει. Η ζωή είχε φροντίσει να κάνει τη δική της στροφή.
Ο Κυριάκος δεν του θύμισε το παρελθόν. Δεν
ζήτησε εξηγήσεις. Δεν αναζήτησε συγγνώμες. Απλώς πήρε την απόφασή του. Του πρόσφερε ένα ποσό σημαντικά χαμηλότερο από την πραγματική
αξία του βαν, επικαλούμενος τα χρήματα που είχε πρόχειρα διαθέσιμα εκείνη τη
στιγμή.
— Ή αυτά ή καθόλου.
Ο Μάγκας διαμαρτυρήθηκε. Παρακάλεσε.
Προσπάθησε να διαπραγματευτεί. Μα ο Κυριάκος
παρέμεινε αμετακίνητος. Στο τέλος υπέγραψαν. Το όχημα άλλαξε χέρια.
Μόνο τότε ο Κυριάκος του θύμησε ποιος πραγματικά ήταν.
Ο άνδρας έμεινε να τον κοιτάζει αποσβολωμένος.
Στα μάτια του δεν υπήρχε τόσο ντροπή όσο η πικρή συνειδητοποίηση ότι η ζωή είχε
κλείσει έναν κύκλο που ο ίδιος είχε ανοίξει.
Ο Κυριάκος δεν ένιωσε ενοχές. Ούτε θρίαμβο. Δεν το είδε ως εκδίκηση. Το είδε ως ισορροπία.
Γιατί είχε μάθει πως κάποιοι άνθρωποι
διδάσκονται με συμβουλές, άλλοι με τα λάθη τους, κι άλλοι μόνο όταν οι
συνέπειες των πράξεών τους τούς αναγκάζουν να κοιταχτούν στον καθρέφτη.
Για ένα διάστημα πίστεψε πως είχε βρει την
απάντηση. Πως είχε επιτέλους κατανοήσει πού τελειώνει η επιείκεια και πού
αρχίζει η δικαιοσύνη. Όμως η ζωή σπάνια αφήνει τα μαθήματά της μισά.
Λίγους μήνες αργότερα, το ίδιο εκείνο βαν
άρχισε να του γεννά ερωτήματα που δεν περίμενε ποτέ πως θα αντιμετώπιζε.
Στην αρχή έμοιαζε με πραγματική ευκαιρία. Ήταν
σχεδόν καινούργιο, δυνατό, καθαρό και προσεγμένο. Η μηχανή του μούγκριζε με μια
σιγουριά που ενέπνεε εμπιστοσύνη, και κάθε του λεπτομέρεια έδειχνε πως άξιζε
πολύ περισσότερα από όσα είχε πληρώσει γι’ αυτό.
Για λίγο ο Κυριάκος ένιωθε πως η ζωή είχε αποκαταστήσει μια παλιά
αδικία. Σαν να είχε ισορροπήσει η ζυγαριά από μόνη της.
Όμως ο χρόνος είχε άλλες προθέσεις.
Τα προβλήματα άρχισαν ανεπαίσθητα. Μια μέρα το
βαν αρνήθηκε να πάρει μπροστά και χρειάστηκε σπρώξιμο. Λίγες εβδομάδες
αργότερα, ενώ κυλούσε κανονικά στον δρόμο, ο κινητήρας έσβησε ξαφνικά χωρίς
προειδοποίηση. Το ραδιόφωνο σταμάτησε να λειτουργεί. Ένα βράδυ, δύο λάστιχα
ξεφούσκωσαν ταυτόχρονα χωρίς εμφανή αιτία.
Τίποτε από αυτά δεν ήταν σοβαρό από μόνο του.
Όλα μαζί, όμως, άρχισαν να τον προβληματίζουν.
Και μαζί με τον προβληματισμό γεννήθηκε μέσα
του μια παράξενη υποψία.
Μήπως είχε παρασυρθεί; Μήπως, εκείνη τη μέρα, είχε ξεπεράσει το μέτρο
που τόσο χρόνια προσπαθούσε να τηρεί; Μήπως η δικαιοσύνη που πίστευε ότι είχε αποδώσει έκρυβε μέσα της
μια δόση εκδίκησης;
Οι ερωτήσεις αυτές άρχισαν να τον ακολουθούν
παντού.
Δεν μετάνιωσε για την πράξη του. Ήταν ακόμη
πεπεισμένος πως ο Μάγκας είχε θερίσει ένα μέρος από όσα ο ίδιος είχε σπείρει.
Όμως η συνείδησή του δεν έβρισκε ησυχία. Και όσο περνούσαν οι μέρες, μια άλλη σκέψη
άρχισε να ριζώνει μέσα του.
Κι αν η κρίση των ανθρώπων δεν είναι πάντοτε
αρκετή; Κι αν υπάρχει ένα μέτρο ανώτερο από εκείνο που
ορίζει ο καθένας για τον εαυτό του;
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν ένιωθε
κριτής των γεγονότων. Ένιωθε κρινόμενος από αυτά. Ήταν βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος. Μεγάλωσε
ακούγοντας πως ο Θεός δεν βλέπει μόνο τις πράξεις, αλλά και τις προθέσεις. Πως
γνωρίζει ακόμη και τις σκέψεις που δεν φτάνουν ποτέ στα χείλη.
Δεν μπορούσε λοιπόν να αγνοήσει αυτή την
εσωτερική ανησυχία.
Ίσως οι βλάβες να ήταν απλές συμπτώσεις. Ίσως όχι. Το σημαντικό, όμως, δεν ήταν το βαν. Το σημαντικό ήταν ότι η ψυχή του είχε χάσει
την ησυχία της.
Άρχισε τότε να σκέφτεται τι έπρεπε να κάνει. Να το πουλήσει; Θα έβγαζε μάλιστα και κέρδος.
Όμως κάτι μέσα του αντιστεκόταν. Να το κρατήσει παροπλισμένο στην αυλή; Αυτό
δεν θα έλυνε τίποτε.
Να το καταστρέψει; Η σκέψη πέρασε από το μυαλό
του, αλλά αμέσως την απέρριψε. Δεν ήταν πράξη ανθρώπου που αναζητούσε λύτρωση.
Ήταν πράξη ανθρώπου που ήθελε απλώς να ξεχάσει.
Πέρασαν πολλές νύχτες έτσι. Μέχρι που ένα ξημέρωμα, καθώς το πρώτο φως
άπλωνε χρυσές ανταύγειες στον ορίζοντα, μια απλή σκέψη γεννήθηκε μέσα του.
Το βαν έπρεπε να επιστρέψει εκεί από όπου είχε
ξεκινήσει. Όχι ως τιμωρία. Όχι ως ανταμοιβή. Αλλά ως κλείσιμο ενός κύκλου που είχε μείνει μισάνοιχτος.
Όταν ξημέρωσε καλά, πήρε το τηλέφωνο. Ο Μάγκας απάντησε μετά από λίγα κουδουνίσματα. Ο Κυριάκος μίλησε ήρεμα, χωρίς περιστροφές και
χωρίς υπαινιγμούς. Του είπε πως ήθελε να του επιστρέψει το βαν. Δωρεάν.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Ο άλλος πίστεψε πως δεν είχε ακούσει σωστά.
Ζήτησε να το επαναλάβει. Και όταν κατάλαβε πως ο Κυριάκος μιλούσε σοβαρά, η
φωνή του λύγισε.
Συγκινήθηκε. Σχεδόν έκλαψε. Γιατί εκείνο το όχημα, για τον ίδιο, δεν ήταν
απλώς ένα μεταφορικό μέσο. Ήταν το εργαλείο με το οποίο δούλευε. Ήταν το μέσο
της επιβίωσής του.
Ο Κυριάκος άκουσε τη συγκίνηση στην άλλη άκρη
της γραμμής χωρίς να πει πολλά.
Και όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ένιωσε κάτι να
φεύγει από μέσα του. Όχι θρίαμβο. Όχι δικαίωση. Ανακούφιση. Σαν να είχε πέσει από την ψυχή του ένα βάρος
που κουβαλούσε χωρίς να το γνωρίζει.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε βαθιά. Το επόμενο πρωί, βγαίνοντας στην αυλή, στάθηκε
για λίγο ακίνητος.
Μπροστά του βρισκόταν το παλιό του μηχανάκι.
Εκείνο που χρόνια πριν είχε στραπατσαριστεί στην οδό Νικόλα Πενταρά.
Οι δροσοσταλίδες πάνω στο μέταλλο
λαμποκοπούσαν στις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Το μηχανάκι δεν είχε αλλάξει. Ούτε οι γρατζουνιές είχαν φύγει.
Ούτε τα σημάδια του χρόνου. Κι όμως, κάτι ήταν
διαφορετικό.
Ο τρόπος που το κοίταζε. Και τότε κατάλαβε.
Ορισμένες πληγές δεν κλείνουν όταν
ανταποδίδεις το ίδιο κακό. Δεν κλείνουν όταν νικάς. Δεν κλείνουν όταν
δικαιώνεσαι.
Κλείνουν όταν αποκαθιστάς την ισορροπία.
Το μηχανάκι ήταν το ίδιο. Ο άνθρωπος που το κοιτούσε, όμως, δεν ήταν.
Ο Μάγκας άρχισε να περνά λιγότερο χρόνο στους
δρόμους των παλιών του συνηθειών. Το βαν που του είχε επιστραφεί δεν ήταν απλώς
ένα εργαλείο δουλειάς. Έγινε για εκείνον μια αφορμή να σταθεί αλλιώς απέναντι
στη ζωή του.
Σιγά-σιγά η καθημερινότητά του άλλαξε. Οι παλιές συναναστροφές αραίωσαν. Οι
χαρτοπαικτικές συνήθειες, που κάποτε τον κρατούσαν δεμένο σε έναν φαύλο κύκλο,
άρχισαν να υποχωρούν. Στη θέση τους μπήκε η δουλειά, σταθερή, απαιτητική, αλλά
καθαρή.
Δεν άργησε να αρχίσει να επισκέπτεται τον
Κυριάκο. Στην αρχή διστακτικά. Ύστερα με μεγαλύτερη άνεση. Και τελικά σχεδόν με ανάγκη.
Ο Κυριάκος τον έβλεπε πλέον διαφορετικά. Όχι
ως εκείνη τη θρασύτατη φιγούρα του παρελθόντος, αλλά ως έναν άνθρωπο που πάλευε
να σταθεί όρθιος μέσα στα δικά του ερείπια.
Η στάση του είχε μαλακώσει, όχι από αφέλεια,
αλλά από αναγνώριση της προσπάθειας.
Ανάμεσά τους, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισε
να γεννιέται κάτι που έμοιαζε με φιλία. Οι συζητήσεις τους βάθαιναν με τον καιρό. Δεν ήταν πια απλές
κουβέντες της καθημερινότητας, αλλά συναντήσεις όπου έμπαιναν θέματα ζωής,
επιλογών και ευθύνης.
Ο ένας έφερνε την εμπειρία. Ο άλλος την ανάγκη να αλλάξει.
Κάποια μέρα ο Κυριάκος τον κοίταξε με
σταθερότητα.
— Έχω κάτι για σένα, του είπε. Μια δουλειά
καλύτερη. Με προοπτική. Και κυρίως, μακριά από όσα σε κρατούν πίσω.
Έκανε μια μικρή παύση.
— Δεν θα είναι εύκολο. Αλλά αξίζει.
Ο Μάγκας δεν απάντησε αμέσως. Μέσα του πάλεψαν δύο άνθρωποι. Εκείνος που
ήξερε τον εύκολο δρόμο και εκείνος που για πρώτη φορά έβλεπε μπροστά του έναν
διαφορετικό.
Η πρόταση δεν του έφερε μόνο ελπίδα. Του έφερε και φόβο. Γιατί αυτή τη φορά δεν θα μπορούσε να ρίξει
ευθύνες πουθενά. Η ευθύνη θα ήταν αποκλειστικά δική του.
Τελικά έγνεψε καταφατικά. Με ευγνωμοσύνη. Και με μια σιωπηλή αποφασιστικότητα που δεν χρειαζόταν μεγάλα
λόγια.
Από εκείνη τη στιγμή η ζωή του άρχισε να
αλλάζει με πιο σταθερό ρυθμό. Η δουλειά έγινε κέντρο της καθημερινότητάς του. Η
εκπαίδευση και η προσπάθεια αντικατέστησαν τις παλιές συνήθειες. Και οι μικρές
νίκες απέναντι στον εαυτό του έγιναν η νέα του δύναμη, όχι θορυβώδης, αλλά
σταθερή.
Με τον καιρό ένιωσε για πρώτη φορά τι σημαίνει
ευγνωμοσύνη που δεν είναι λόγια, αλλά στάση ζωής.
Οι κουβέντες του Κυριάκου δεν ήταν πια απλές
συμβουλές. Είχαν γίνει εσωτερική φωνή. Και η εντιμότητα, η υπευθυνότητα και η συνέπεια δεν ήταν πια
έννοιες. Ήταν επιλογές.
Ο Κυριάκος ένιωθε πως είχε πάρει σοβαρά την
υπόθεση του Μάγκα. Βλέποντάς τον πραγματικά να αλλάζει, η αρχική του αντιπάθεια
είχε μετατραπεί σε συμπάθεια. Κι έτσι, ακόμη κι όταν οι επισκέψεις του έγιναν
συχνές, τις δεχόταν με κατανόηση και, σιγά-σιγά, με πραγματική διάθεση να τον
βλέπει.
Η φιλία που γεννήθηκε από εκείνη τη συγκυρία
κράτησε καιρό και βάθυνε. Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο ουσιαστικές, γεμάτες
συζητήσεις για τη ζωή, την ευθύνη και τις επιλογές.
Ώσπου μια μέρα ο Μάγκας του είπε:
— Κυριάκο… σήμερα θα σε αποχαιρετήσω. Φεύγω
μακριά, στα ξένα… για την Αφρική. Μου έστειλαν συγγενείς πρόσκληση και πάω να
δοκιμάσω την τύχη μου.
Και έφυγε. Χάθηκαν τα ίχνη του. Στην αρχή έφταναν πού και πού γράμματα. Έπειτα, σιωπή.
Ο χρόνος κύλησε. Τα χρόνια έγιναν δεκαετίες.
Καμιά φορά ο Κυριάκος τον θυμόταν και ευχόταν να είναι καλά. Έπειτα τον
ξανάχανε μέσα στην καθημερινότητα.
Ήξερε πως οι άνθρωποι που δεν συναντιούνται,
αργά ή γρήγορα ξεθωριάζουν από τη μνήμη.
Αφοσιώθηκε στη δουλειά του. Οι ευθύνες δεν του
άφηναν χώρο για αναδρομές. Μόνο για το παρόν και όσα έρχονταν.
Για τον Μάγκα είχε την αίσθηση πως, κάπου στον
κόσμο, είχε πάρει έναν διαφορετικό δρόμο.
Δεν έμαθε ποτέ με ακρίβεια τι απέγινε. Υπέθετε
μόνο πως δεν θα είχε ξεχάσει εκείνες τις παλιές συζητήσεις τους. Ίσως, σε
δύσκολες στιγμές, να γύριζε κι εκείνος νοερά σε όσα είχαν ειπωθεί τότε.
Στην ξενιτιά ο Μάγκας δούλεψε σκληρά, όπως
έμαθε αργότερα ο Κυριάκος. Με επιμονή και υπομονή στάθηκε στα πόδια του. Στην
αρχή με δυσκολίες, ύστερα με σταθερότητα και τελικά με επιτυχία.
Όταν απέκτησε τα πρώτα του χρήματα, ο δρόμος άνοιξε.
Και όταν πια κατάφερε όσα κάποτε έμοιαζαν
αδύνατα, όταν έγινε πλούσιος, πολύ πλούσιος, πήρε την απόφαση να επιστρέψει
στον τόπο του.
Ήταν απόγευμα και ο ήλιος έγερνε πάνω από τη
θάλασσα του Κοτσιά. Η ζέστη υποχωρούσε και ένα δροσερό αεράκι ανέβαινε προς το
χωριό.
Ο Κυριάκος καθόταν στην αυλή του καφενείου,
απολαμβάνοντας τη θαλασσινή αύρα. Βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθούσε να
τις βάλει σε τάξη.
Κι εκεί που συλλογιζόταν, μια μεγάλη λιμουζίνα
σταμάτησε μπροστά στην πλατεία.
Ο οδηγός κατέβηκε και άνοιξε την πίσω πόρτα.
Από μέσα βγήκε μια μικροκαμωμένη φιγούρα,
σκυφτή, με λεπτά πόδια και καμπουριασμένους ώμους, ντυμένη όμως με ακριβό
κοστούμι και ένα χοντρό πούρο στο στόμα.
Η όραση του Κυριάκου είχε πια εξασθενήσει και
δεν μπόρεσε να διακρίνει καθαρά τα χαρακτηριστικά του.
Όμως τον αναγνώρισε αμέσως. Η σιλουέτα ήταν γνώριμη, ανεξίτηλη, όσος
χρόνος κι αν είχε περάσει.
Ήταν εκείνος. Ο Μάγκας.
Ο Κυριάκος σηκώθηκε με ειλικρινή χαρά να τον
προϋπαντήσει.
Κάθισαν στο τραπέζι του καφενείου και μίλησαν
για ώρα.
Ο Μάγκας είχε καταφέρει όσα κάποτε έμοιαζαν
άπιαστα. Είχε πλουτίσει, είχε δημιουργήσει οικογένεια, είχε σταθεί ξανά όρθιος
στη ζωή του.
Και τώρα, επιστρέφοντας, ήθελε να δώσει κάτι
πίσω.
— Σου χρωστάω πολλά, Κυριάκο, του είπε. Εσύ με
έκανες άλλον άνθρωπο. Μου έδειξες δρόμο και με έβγαλες από εκεί που ήμουν. Γι’
αυτό θέλω να σου κάνω ένα δώρο. Αυτό το αμάξι είναι για σένα.
Ο Κυριάκος χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι
αρνητικά.
Δεν μπορούσε να το δεχτεί.
Ύστερα από λίγη σιωπή απάντησε:
— Το μόνο δώρο που δέχομαι… είναι να γίνεις ο
εκδότης ενός βιβλίου μου.
Ο Μάγκας τον κοίταξε απορημένος.
— Αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο, συνέχισε ο
Κυριάκος. Μια ιστορία για όλα αυτά. Για το πώς γνωριστήκαμε, πώς αλλάξαμε και
πώς ένας άνθρωπος που κάποτε φαινόταν χαμένος βρήκε τελικά τον δρόμο του.
Ο ήλιος είχε πλέον χαθεί πίσω από το πέλαγος
και ο ουρανός της Χλώρακας γινόταν βαθύς, σε χρώμα βιολετί, σαν να έπλεκε
προσευχή στον ίδιο τον Θεό.
Τα φώτα του χωριού άναψαν σιγά-σιγά, όπως
ανάβουν οι μνήμες που νομίζουμε πως ξεχάστηκαν.
Ο Κυριάκος και ο Μάγκας έμειναν για λίγο
σιωπηλοί, όχι από αμηχανία, αλλά από εκείνη τη σιωπή που μόνο όσοι συναντήθηκαν
από μοίρα, και όχι από τύχη, μπορούν να αντέξουν.
Ο Μάγκας έβγαλε το πούρο από το στόμα, το
κράτησε για λίγο στα δάχτυλα και, με φωνή που έμοιαζε να παλεύει ανάμεσα στο
σήμερα και στο χθες, είπε χαμηλά:
— Αν δεν σε γνώριζα, Κυριάκο… ίσως να μην
υπήρχα.
Και τότε ο Κυριάκος κατάλαβε πως η ζωή δεν
ανταποδίδει απλώς. Διορθώνει. Δεν τιμωρεί μονάχα. Μεταμορφώνει.
Καμιά πράξη, όσο μικρή κι αν είναι, δεν
χάνεται στον χρόνο. Τα ίχνη της ταξιδεύουν, κάποτε αθέατα, ώσπου να συναντήσουν
έναν άνθρωπο και να αλλάξουν την πορεία του.
Ύστερα ο Κυριάκος σηκώθηκε αργά, ακούμπησε
απαλά το χέρι στον ώμο του Μάγκα και, με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο των ανθρώπων
που έχουν καταλάβει χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουν, του είπε:
— Δεν σου έδωσα τίποτε που δεν είχες ήδη μέσα
σου. Απλώς στάθηκα εκεί, την ώρα που έπρεπε, για να το θυμηθείς.
Εκείνη τη νύχτα δεν υπήρχαν δώρα, ούτε χρέη,
ούτε ισοζύγια.
Υπήρχε μόνο μια σιωπηλή δικαιοσύνη ψυχής. Μια δικαιοσύνη που δεν μετριέται με χρήματα,
αλλά με το ποιος τελικά γίνεται ο άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι.
Και καθώς οι δυο άντρες σηκώθηκαν να φύγουν, ο
αέρας μύρισε θάλασσα, αρμύρα και γιασεμί, σαν να ευλογούσε το τέλος μιας καλής ιστορίας.
Γιατί, τελικά, η σοφία δεν είναι να νικάς τον
άλλον, αλλά να τον βοηθάς να νικήσει τον παλιό του εαυτό. Και αυτό ο Κυριάκος το είχε καταφέρει.
Έμεινε για λίγο ακίνητος, αφήνοντας τις
εικόνες να περάσουν ξανά από το μυαλό του, σαν φως που δεν σβήνει ποτέ
ολοκληρωτικά.
Χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν άνθρωπος
που δεν ψάχνει πια απαντήσεις.
Σήκωσε το ποτήρι του, το ακούμπησε στο τραπέζι
και σηκώθηκε από την καρέκλα.
— Καληνύχτα, Σβέτα, είπε ήρεμα.
Και χάθηκε μέσα στα στενά του χωριού, με βήμα
σταθερό και σκέψη ήσυχη.
