Στο χωριό, οι μέρες κυλούσαν πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Ο ήλιος ανέβαινε πάνω από τα χαμηλά βουνά, τα χωράφια άχνιζαν από την πρωινή υγρασία και οι άνθρωποι ξεκινούσαν τη δουλειά τους πριν ακόμη ακουστούν τα πρώτα κουδούνια της εκκλησίας.
Οι περισσότεροι γνώριζαν ο ένας τον άλλο από
παιδιά. Οι καημοί τους ήταν λίγοι και απλοί: να πέσει η βροχή στην ώρα της, να
δώσει το χωράφι καρπό και να μεγαλώσουν τα παιδιά χωρίς ντροπές.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους ζούσαν και δύο
γεωργοί, ο Μάρκος και ο Αντρέας. Δεν ήταν στενοί φίλοι, μα ούτε και εχθροί.
Ήταν απλώς δυο άνθρωποι του ίδιου χωριού, που είχαν μεγαλώσει βλέποντας ο ένας
τον άλλο στα χωράφια, στο καφενείο, στις γιορτές και στα μνημόσυνα.
Ο Μάρκος ήταν άνθρωπος ήσυχος, βαρύς στη σκέψη και
αργός στον λόγο. Είχε μάθει να δουλεύει τη γη από μικρός, όταν ο πατέρας του
τον έπαιρνε παιδί να σκαλίζει τις ελιές. Δεν αγαπούσε τις πολλές κουβέντες.
Αγαπούσε τη σιωπή των χωραφιών.
Ο Αντρέας ήταν πιο ζωηρός, μα εξίσου απλός
άνθρωπος. Γελούσε εύκολα, μιλούσε με όλους και πίστευε σχεδόν ό,τι του έλεγαν.
Η γυναίκα του συχνά τον πείραζε γι’ αυτό.
— Εσύ, Αντρέα, άμα σου πουν πως το φεγγάρι έπεσε
στο πηγάδι, θα πας με τον κουβά να το βγάλεις.
Κι εκείνος γελούσε.
— Άμα είναι να το σώσουμε, γιατί όχι;
Έτσι ήταν οι δύο άντρες. Άνθρωποι χωρίς κακία.
Τα χωράφια τους μάλιστα συνόρευαν σε μια πλαγιά έξω
από το χωριό. Συχνά τους έβλεπες να δουλεύουν ο καθένας στο κομμάτι του, να
σηκώνουν το κεφάλι, να χαιρετιούνται από μακριά και να συνεχίζουν τη δουλειά
τους.
— Καλή σοδειά να έχουμε, Μάρκο.
— Καλή να ’ναι, Αντρέα.
Τίποτε περισσότερο.
Στο καφενείο, όμως, υπήρχε μια άλλη παρέα. Τέσσερις
νεότεροι άντρες που περνούσαν τις ώρες τους πίνοντας ζιβανία και ψάχνοντας
τρόπους να σπάσουν την πλήξη της καθημερινότητας.
Ο Λευτέρης, ο Πέτρος, ο Σάββας και ο Μηνάς.
Δεν ήταν κακοί άνθρωποι από τη φύση τους. Μα είχαν
εκείνη την ελαφρότητα που κάνει μερικούς να γελούν με πράγματα που δεν πρέπει.
Ένα απόγευμα, καθώς ο καφές τους είχε πια κρυώσει
και οι κουβέντες είχαν στερέψει, ο Σάββας είπε γελώντας:
— Ρε, ξέρετε τι σκέφτηκα;
— Πάλι καμιά ανοησία, απάντησε ο Πέτρος.
— Όχι… πείραμα.
Οι άλλοι τον κοίταξαν.
— Τι πείραμα;
Ο Σάββας έσκυψε λίγο μπροστά στο τραπέζι.
— Να δούμε πόσο εύκολο είναι να κάνεις έναν άνθρωπο
να πιστέψει κάτι που δεν υπάρχει.
Ο Λευτέρης χαμογέλασε.
— Και πώς θα το κάνουμε;
Ο Σάββας έγνεψε προς τον δρόμο, όπου μόλις περνούσε
ο Αντρέας με το γαϊδουράκι του.
— Να… για παράδειγμα με τον Αντρέα.
— Τι έχει ο Αντρέας;
— Τίποτα. Γι’ αυτό ακριβώς.
Η ιδέα ήταν απλή και, στα μάτια τους, αθώα. Θα
άρχιζαν σιγά σιγά να λένε στον Αντρέα πως ο Μάρκος είχε άχτι εναντίον του. Πως
μιλούσε άσχημα πίσω από την πλάτη του. Πως μια μέρα θα του έκανε κακό. Και
στον Μάρκο θα έλεγαν τα ίδια για τον Αντρέα. Στην αρχή οι άλλοι γέλασαν.
— Ρε Σάββα, αυτά είναι παιδικά πράγματα.
— Ίσα ίσα, είπε εκείνος. Θα δείτε πόσο μακριά
μπορεί να φτάσει ένα ψέμα.
Ο Μηνάς ύψωσε το ποτήρι του.
— Και ποιο είναι το στοίχημα;
Ο Σάββας χαμογέλασε.
— Να δούμε πόσο θα αργήσουν να αρχίσουν να φοβούνται
ο ένας τον άλλο.
Κάποιος γέλασε. Κάποιος άλλος συμφώνησε.
Κι έτσι, ένα αθώο απόγευμα στο καφενείο, γεννήθηκε
ένα παιχνίδι. Ένα
παιχνίδι που κανείς τους δεν φανταζόταν πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει.
Το παιχνίδι άρχισε σαν ψίθυρος.
Δυο μέρες αργότερα, ο Αντρέας βρέθηκε στο καφενείο.
Είχε τελειώσει νωρίς από το χωράφι και κάθισε να πιει έναν καφέ. Ο Σάββας ήταν
ήδη εκεί.
— Κοπιαστικός ο καιρός, ε;
— Έτσι είναι, απάντησε ο Αντρέας. Η γη θέλει τον
κόπο της.
Κάθισαν λίγο σιωπηλοί. Ύστερα
ο Σάββας, δήθεν αδιάφορα, είπε:
— Εσύ με τον Μάρκο καλά είστε;
Ο Αντρέας σήκωσε το βλέμμα.
— Καλά είμαστε. Τι να έχουμε;
Ο Σάββας σήκωσε τους ώμους.
— Έτσι ρώτησα.
Έκανε πως θα αλλάξει κουβέντα. Ύστερα, σαν να το
μετάνιωσε, πρόσθεσε:
— Να… γιατί προχτές τον άκουσα που έλεγε κάτι για
σένα.
Ο Αντρέας γέλασε.
— Τι να πει για μένα ο Μάρκος;
— Ε… τίποτα, μωρέ. Κουβέντες του καφενείου.
Σώπασε λίγο.
— Μόνο που δεν μου άρεσε ο τρόπος που το είπε.
Ο Αντρέας άφησε το φλιτζάνι κάτω.
— Τι είπε δηλαδή;
Ο Σάββας έγνεψε αρνητικά.
— Άστο καλύτερα. Μπορεί να μην κατάλαβα καλά.
Μα τον σπόρο τον είχε ήδη ρίξει. Όταν
ο Αντρέας έφυγε από το καφενείο, η κουβέντα δεν έφυγε από το μυαλό του.
«Τι να είπε άραγε;»
Την επόμενη μέρα, στα χωράφια, είδε τον Μάρκο από
μακριά. Ο
Μάρκος σήκωσε το χέρι του να χαιρετήσει.
— Καλημέρα, Αντρέα!
Ο Αντρέας σήκωσε κι εκείνος το χέρι.
— Καλημέρα…
Μα για πρώτη φορά ένιωσε κάτι παράξενο. Μια μικρή
σκιά μπήκε ανάμεσά τους.
Δυο μέρες αργότερα, ο Λευτέρης πλησίασε τον Μάρκο.
Τον βρήκε στο χωράφι να σκαλίζει τις ελιές.
— Μάρκο!
— Έλα, Λευτέρη.
Ο Λευτέρης κάθισε σε μια πέτρα.
— Πώς πάει;
— Όπως πάντα.
Σιωπή. Ύστερα ο Λευτέρης είπε χαμηλά:
— Εσύ… με τον Αντρέα έχεις τίποτα;
Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι.
— Τι να έχω;
— Δεν ξέρω… κάτι άκουσα στο χωριό.
— Τι άκουσες;
Ο Λευτέρης δίστασε.
— Έλεγαν πως ο Αντρέας λέει ότι του πήρες λίγο
χωράφι από το σύνορο… και πως μια μέρα θα στο πληρώσει.
Ο Μάρκος έμεινε ακίνητος.
— Ο Αντρέας είπε τέτοιο πράγμα;
— Έτσι άκουσα. Μπορεί να είναι και ψέματα. Εγώ στα
λέω για καλό.
Και έφυγε. Ο Μάρκος έμεινε μόνος στο χωράφι. Το
σκαλιστήρι σταμάτησε στο χέρι του. Από εκείνη τη μέρα, οι κουβέντες πλήθυναν. Πότε
ο ένας από την παρέα έλεγε στον Αντρέα:
— Να προσέχεις τον Μάρκο… τον είδα να σε κοιτά
περίεργα.
Πότε κάποιος άλλος έλεγε στον Μάρκο:
— Ο Αντρέας ρωτούσε αν έχεις όπλο στο σπίτι.
Στην αρχή οι δύο άντρες δεν τα πίστευαν. Ύστερα
άρχισαν να αμφιβάλλουν. Και τέλος άρχισαν να προσέχουν. Στο
χωράφι, οι χαιρετισμοί έγιναν πιο σύντομοι. Οι ματιές πιο βαριές. Κάθε μικρή
κίνηση έπαιρνε άλλο νόημα.
Μια μέρα ο Μάρκος είδε τον Αντρέα να στέκεται στο
σύνορο των χωραφιών και να κοιτάζει τη γη.
«Μετρά το χώμα…» σκέφτηκε.
Την ίδια στιγμή ο Αντρέας έβλεπε τον Μάρκο να τον
κοιτά από μακριά.
«Με παρακολουθεί…»
Και ο φόβος, που στην αρχή ήταν ψίθυρος, άρχισε να
μεγαλώνει.
Η παρέα στο καφενείο παρακολουθούσε την αλλαγή.
Στην αρχή γελούσαν.
— Το κατάπιαν, είπε ο Πέτρος.
— Σιγά σιγά, απάντησε ο Σάββας.
Μα το παιχνίδι είχε ήδη ξεφύγει από τα χέρια τους.
Ένα απόγευμα ο Αντρέας έσκυψε προς τον Μηνά και
είπε χαμηλά:
— Αν κάποιος θέλει να σου κάνει κακό… τι κάνεις;
Ο Μηνάς γέλασε.
— Γιατί;
Ο Αντρέας τον κοίταξε στα μάτια.
— Ρωτώ.
Ο Μηνάς σήκωσε τους ώμους.
— Προλαβαίνεις εσύ πρώτος.
Ο Αντρέας δεν γέλασε. Σηκώθηκε και έφυγε.
Το ίδιο βράδυ, ο Λευτέρης μιλούσε με τον Μάρκο έξω
από την εκκλησία.
— Μάρκο… πρόσεχε.
— Γιατί;
Ο Λευτέρης κοίταξε γύρω.
— Ο Αντρέας δεν είναι όπως παλιά.
Ο Μάρκος έσφιξε τα χείλη.
— Το ξέρω.
— Άκουσα πως είπε… πως καλύτερα να κλάψει η μάνα
σου παρά η δική του.
Ο Μάρκος ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι
του. Έμεινε
σιωπηλός. Ύστερα
είπε αργά:
— Δηλαδή… αυτό σκέφτεται.
Ο Λευτέρης δεν απάντησε.
Από εκείνη τη μέρα, ο φόβος έγινε απόφαση. Ο
Αντρέας τα βράδια καθόταν στην αυλή του σπιτιού του και άκουγε τα σκυλιά να
γαβγίζουν μακριά. Κάθε ήχος του φαινόταν απειλή.
«Κι αν έρθει απόψε;»
Η γυναίκα του τον ρωτούσε:
— Τι έχεις και δεν μιλάς;
Κι εκείνος απαντούσε μόνο:
— Τίποτα… κουράστηκα.
Μα μέσα του γινόταν πόλεμος. Γιατί
θυμόταν τον Μάρκο όπως ήταν παλιά. Να δουλεύουν δίπλα δίπλα στα χωράφια, να
λένε μια καλημέρα, να μοιράζονται καμιά φορά λίγο νερό από το παγούρι.
«Μπορεί να είναι ψέματα…»
Κι αμέσως μετά ερχόταν η άλλη σκέψη.
«Κι αν δεν είναι;»
Την ίδια ώρα ο Μάρκος περπατούσε μόνος στο χωράφι
του. Στεκόταν στο σύνορο των δύο χωραφιών και κοιτούσε προς τη γη του Αντρέα. Πόσες
φορές είχαν σταθεί εκεί και μιλήσει για τη σοδειά; Τώρα
το χώμα ανάμεσά τους έμοιαζε σαν σύνορο εχθρών.
«Δεν θέλω κακό σε κανέναν…» σκεφτόταν.
Μα η σκέψη δεν τον άφηνε.
«Αν όμως το θέλει εκείνος;»
Καμιά φορά η συνείδησή τους ψιθύριζε:
«Πήγαινε να τον ρωτήσεις. Μίλησε μαζί του.»
Μα ο φόβος ήταν πιο δυνατός. Και
η περηφάνια επίσης.
Η υποψία έγινε φόβος. Ο φόβος έγινε βεβαιότητα. Και
η βεβαιότητα άρχισε να γεννά την πιο σκοτεινή απόφαση.
«Πριν προλάβει εκείνος… πρέπει να προλάβω εγώ.»
Ήταν μια νύχτα χωρίς φεγγάρι. Ο αέρας περνούσε μέσα
από τις ελιές και έκανε τα φύλλα να ψιθυρίζουν. Ο Αντρέας δεν μπορούσε να
κοιμηθεί. Σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι, για να μην ξυπνήσει τη γυναίκα του.
Πήρε το παλιό σακάκι του και βγήκε στην αυλή. Για λίγο στάθηκε ακίνητος,
κοιτάζοντας προς τα χωράφια.
«Αν ετοιμάζεται… ίσως απόψε.»
Πήρε τον δρόμο προς τη γη του. Στο χέρι του
κρατούσε το παλιό περίστροφο, κρυμμένο μέσα στην τσέπη.
Την ίδια ώρα, από την άλλη άκρη του χωριού, ένας
άλλος άνθρωπος περπατούσε στον ίδιο σκοτεινό δρόμο. Ήταν
ο Μάρκος. Κι
εκείνος δεν είχε κοιμηθεί. Η ίδια σκέψη τον είχε σηκώσει από το κρεβάτι.
«Καλύτερα να δω τι γίνεται… πριν είναι αργά.»
Προχώρησε προς το χωράφι του, κρατώντας κι εκείνος
το όπλο που είχε φυλαγμένο χρόνια.
Οι δύο άντρες πλησίαζαν ο ένας τον άλλο χωρίς να το
ξέρουν. Ανάμεσά
τους μόνο οι ελιές και το σκοτάδι.
Ο Αντρέας στάθηκε κοντά στο σύνορο των χωραφιών.
Κοίταξε γύρω. Άκουσε ένα θρόισμα. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά.
Μακριά, μέσα στο σκοτάδι, μια σκιά κινήθηκε. Ήταν
ο Μάρκος που περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα. Κι εκείνος άκουσε τον ίδιο θόρυβο. Σταμάτησε. Τα
χέρια του έσφιξαν το όπλο.
Για λίγα δευτερόλεπτα που έμοιαζαν αιώνες, δύο
άνθρωποι στέκονταν μέσα στη νύχτα, έτοιμοι να αντικρίσουν ο ένας τον άλλο. Ένα
βήμα ακόμη… Και
ίσως η τραγωδία να είχε γραφτεί εκείνη τη στιγμή.
Τότε, ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός ήχος από την
άλλη άκρη του χωραφιού. Ένα γαϊδούρι, που είχε λυθεί από το παλούκι του,
άρχισε να γκαρίζει και να τρέχει ανάμεσα στις ελιές.
Οι δύο άντρες γύρισαν το κεφάλι προς την ίδια
κατεύθυνση.
Η στιγμή χάθηκε.
Ο Αντρέας έκανε πίσω.
— Η φαντασία μου είναι… μουρμούρισε.
Και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Λίγο πιο πέρα, ο Μάρκος στάθηκε για λίγο ακόμη.
Ύστερα κι εκείνος γύρισε στο σπίτι του.
Κανείς από τους δύο δεν έμαθε ποτέ πόσο κοντά είχε
βρεθεί ο ένας στον άλλο εκείνη τη νύχτα. Και πως, αν δεν είχε ακουστεί το ξαφνικό
γκάρισμα του γαϊδάρου μέσα στο σκοτάδι, το χώμα των χωραφιών τους ίσως να είχε
πιει αίμα πριν ξημερώσει.
Ήταν χρόνια δύσκολα εκείνα. Μετά το πραξικόπημα και
την εισβολή, το νησί ζούσε ακόμη μέσα στη σύγχυση. Οι πληγές ήταν νωπές, οι
φόβοι πολλοί και σχεδόν σε κάθε σπίτι υπήρχε κάποιο όπλο. Έτσι,
όταν οι δύο γεωργοί πήραν την απόφασή τους, η σκέψη δεν έμοιαζε πια αδύνατη.
Ο Αντρέας είχε το παλιό περίστροφο που κρατούσε από
τα ταραγμένα χρόνια. Ο Μάρκος είχε κι εκείνος ένα όπλο φυλαγμένο από
καιρό. Και
οι δύο ένιωθαν πως είχαν φτάσει σε σημείο χωρίς επιστροφή.
Όμως η μοίρα — ή ίσως κάτι ανώτερο — είχε άλλα
σχέδια.
Το επόμενο πρωί ο Μάρκος σηκώθηκε νωρίς. Δεν
πήγε στο χωράφι.
Περπάτησε αργά μέσα από τα στενά του χωριού. Τα
βήματά του, ασυναίσθητα, χωρίς να ξέρει γιατί, τον οδήγησαν στο σπίτι του
Κυριακού. Ίσως,
όπως θα έλεγε αργότερα, να ήταν θέλημα Θεού.
Ο Κυριακός δεν ήταν ιερέας ούτε δικαστής. Ήταν όμως
άνθρωπος που όλοι στο χωριό σέβονταν. Είχε τη φήμη του σοφού. Ήξερε να ακούει, να
σκέφτεται και να ξεδιαλύνει πράγματα που για τους άλλους έμοιαζαν μπερδεμένα.
Πολλοί πήγαιναν σ’ αυτόν όταν είχαν διαφορές ή βαριές σκέψεις.
Ο Μάρκος χτύπησε την πόρτα. Ο
Κυριακός άνοιξε.
— Έλα, Μάρκο. Τι σε φέρνει τόσο πρωί;
Ο Μάρκος μπήκε μέσα και κάθισε. Για
λίγο δεν μιλούσε. Ύστερα είπε χαμηλά:
— Ήρθα να σου πω κάτι πριν το κάνω.
Ο Κυριακός τον κοίταξε προσεκτικά.
— Τι να κάνεις;
Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι.
— Να σκοτώσω τον Αντρέα.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Ο
Κυριακός δεν φώναξε. Δεν τρόμαξε. Έμεινε ήρεμος.
— Γιατί;
Και τότε ο Μάρκος άρχισε να μιλά. Του
είπε όσα είχε ακούσει τους τελευταίους μήνες. Τα λόγια, τις υποψίες, τις
ματιές, τις κουβέντες που του μετέφεραν. Πως ο Αντρέας τον μισούσε. Πως ήθελε να
του κάνει κακό. Πως είχε πει πως καλύτερα να κλάψει η μάνα του.
Όταν τελείωσε, ο Κυριακός έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα
είπε ήρεμα:
— Μάρκο… άφησέ μου λίγο χρόνο.
— Χρόνο;
— Ναι. Να ψάξω το πράγμα.
Ο Μάρκος τον κοίταξε.
— Δεν υπάρχει χρόνος.
Ο Κυριακός έγνεψε.
— Υπάρχει. Μη κάνεις τίποτα πριν το βράδυ.
Ο Μάρκος δίστασε.
— Μέχρι το βράδυ. Και έφυγε.
Το δειλινό, ο ήλιος έπεφτε πίσω από τα βουνά όταν
ακούστηκε πάλι χτύπημα στην πόρτα του Κυριακού.
Άνοιξε. Στην πόρτα στεκόταν ο Αντρέας. Τα
μάτια του ήταν βαριά.
— Κυριακέ… ήρθα να σε δω.
— Πέρνα μέσα.
Κάθισαν. Για λίγο κανείς δεν μιλούσε. Ύστερα
ο Αντρέας είπε:
— Ήρθα να σου πω κάτι πριν το κάνω.
Ο Κυριακός τον κοίταξε.
Και μέσα του κατάλαβε.
— Να σκοτώσεις τον Μάρκο;
Ο Αντρέας πάγωσε.
— Πώς το ξέρεις;
Ο Κυριακός δεν απάντησε.
— Πες μου γιατί.
Και ο Αντρέας άρχισε να μιλά. Του
είπε σχεδόν τα ίδια πράγματα που είχε ακούσει ο Μάρκος. Τις κουβέντες, τις
προειδοποιήσεις, τις υποψίες. Τον φόβο που είχε μεγαλώσει μέσα του. Όταν
τελείωσε, ο Κυριακός σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του. Περπάτησε
λίγο μέσα στο δωμάτιο. Οι ίδιες φράσεις. Οι ίδιες κουβέντες. Οι
ίδιες πηγές.
Το πράγμα άρχισε να ξεκαθαρίζει. Ένα
ψέμα είχε μεγαλώσει τόσο, ώστε δύο τίμιοι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να σκοτώσουν ο
ένας τον άλλο.
Την επόμενη μέρα κάλεσε και τους δύο στο σπίτι του. Ο
Μάρκος ήρθε πρώτος. Ύστερα ο Αντρέας. Όταν είδαν ο ένας τον άλλο
μέσα στο ίδιο δωμάτιο, τα σώματά τους πάγωσαν. Ο Κυριακός στάθηκε ανάμεσά
τους.
— Κανείς δεν θα μιλήσει ακόμη.
Και άρχισε να τους ρωτά.
— Από πού άκουσες αυτό; Ποιος
στο είπε; Πότε; Ποιος
ήταν μπροστά;
Σιγά σιγά τα κομμάτια ενώθηκαν. Και
τα ίδια ονόματα άρχισαν να εμφανίζονται ξανά και ξανά: Ο
Σάββας. Ο
Λευτέρης. Ο
Μηνάς. Ο
Πέτρος.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Οι
δύο γεωργοί κοιτάχτηκαν. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, χωρίς φόβο. Μόνο
με απορία. Γιατί τότε κατάλαβαν. Όλο αυτό ήταν ένα αστείο. Ένα
παιχνίδι ανόητων ανθρώπων που ήθελαν να σπάσουν την πλήξη τους.
Ο Αντρέας κάθισε στην καρέκλα. Το πρόσωπό του
χλόμιασε.
Ο Μάρκος πέρασε το χέρι στο μέτωπό του.
Αν ο Κυριακός δεν τους είχε σταματήσει, το χωριό θα
είχε θρηνήσει δύο ανθρώπους.
Ο Κυριακός στάθηκε μπροστά τους.
— Βλέπετε τώρα τι μπορεί να κάνει ένα ψέμα;
Κανείς δεν μίλησε. Μόνο ο Μάρκος σηκώθηκε
αργά. Πλησίασε
τον Αντρέα και άπλωσε το χέρι του.
— Συγχώρα με.
Τα μάτια του Αντρέα γέμισαν δάκρυα.
— Εγώ να δεις.
Έσφιξαν τα χέρια. Και εκείνη τη στιγμή
ένιωσαν πως ξαναβρήκαν τις ζωές τους.
Όταν το χωριό έμαθε την αλήθεια, πολλοί έμειναν
σιωπηλοί.
Γιατί κατάλαβαν πως μερικές φορές το κακό δεν
γεννιέται από μίσος. Γεννιέται από αστεία χωρίς μυαλό. Από
κουβέντες χωρίς μέτρο. Και από ανθρώπους που δεν σκέφτονται πόσο μακριά
μπορεί να φτάσει ένα ψέμα.
Ο Κυριακός, όμως, δεν άφησε το πράγμα να σβήσει
έτσι απλά. Το
ίδιο βράδυ πήγε στο καφενείο. Η παρέα των τεσσάρων καθόταν στο ίδιο τραπέζι όπως
πάντα. Ο Σάββας έλεγε κάποιο αστείο και οι άλλοι γελούσαν. Όταν
μπήκε ο Κυριακός, το γέλιο κόπηκε.
Ο Κυριακός στάθηκε στη μέση του καφενείου.
— Θέλω να σας πω κάτι μπροστά σε όλους.
Οι θαμώνες σώπασαν. Σιγά σιγά σηκώθηκαν κι
άλλοι από τα τραπέζια και πλησίασαν.
Ο Κυριακός τους κοίταξε έναν έναν.
— Σήμερα το χωριό μας θα μπορούσε να έχει δύο
φόνους.
Ένα μουρμουρητό πέρασε από τους ανθρώπους.
— Δύο τίμιους γεωργούς. Δύο ανθρώπους που ποτέ δεν
είχαν πει κακή κουβέντα ο ένας για τον άλλο.
Στράφηκε προς την παρέα.
— Και ξέρετε γιατί;
Κανείς δεν μιλούσε πια.
— Γιατί τέσσερις άνθρωποι αποφάσισαν να παίξουν με
το μυαλό τους.
Το καφενείο πάγωσε. Ο Σάββας προσπάθησε να
γελάσει.
— Κυριακέ… ένα αστείο ήταν.
Ο Κυριακός τον κοίταξε βαθιά.
— Ένα αστείο που λίγο έλειψε να σκοτώσει.
Τότε μίλησε ένας από τους γέρους του χωριού.
— Δηλαδή εσείς βάλατε τους ανθρώπους να μισούνται;
Οι τέσσερις δεν απάντησαν. Και
το καφενείο γέμισε βαριά σιωπή. Ο καφετζής, που τους ήξερε από παιδιά, πήρε τα
ποτήρια από το τραπέζι τους και είπε αργά:
— Απόψε δεν θα πιείτε καφέ εδώ.
Οι τέσσερις κοίταξαν γύρω τους. Κανείς
δεν τους κοιτούσε πια όπως πριν. Τα βλέμματα ήταν βαριά. Κάποιος
είπε:
— Ντροπή σας.
Κι ένας άλλος:
— Παίξατε με ζωές.
Και τότε έγινε κάτι που στα χωριά ήταν χειρότερο
από φωνές ή τιμωρίες. Οι άνθρωποι τους γύρισαν την πλάτη. Ένας
ένας.
Τις επόμενες μέρες κανείς δεν μιλούσε μαζί τους.
Στην εκκλησία δεν κάθονταν δίπλα τους. Ήταν σαν να είχε πέσει επάνω τους μια βαριά
σιωπή. Και
αυτή η σιωπή πονούσε περισσότερο από κάθε τιμωρία.
Πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβουν πραγματικά τι
είχαν κάνει. Και
πέρασε ακόμη περισσότερος μέχρι να τους συγχωρέσει το χωριό.
Γιατί στο τέλος το χωριό συγχωρεί. Αλλά
ποτέ δεν ξεχνά.
Και η ιστορία εκείνη έμεινε για χρόνια να λέγεται
σαν μάθημα. Όχι
για το μίσος. Αλλά
για την ανοησία.
Γιατί καμιά φορά το μεγαλύτερο κακό δεν το κάνουν οι κακοί άνθρωποι. Το
κάνουν οι επιπόλαιοι.
Γιατί ένα κακό παιχνίδι εις βάρος κάποιου άλλου μπορεί να οδηγήσει σε συμφορές που κανείς δεν φαντάζεται.
