Οι μέρες περνούσαν ήσυχα. Χωρίς μεγάλες κουβέντες,
χωρίς υποσχέσεις. Κι όμως, ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί κάτι καινούργιο, μια
ανεπαίσθητη συντροφικότητα που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
Ο Κυριακός είχε αρχίσει να συνηθίζει την παρουσία
της. Και ίσως, χωρίς να το παραδέχεται ούτε στον εαυτό του, να τη χρειάζεται.
Ένα βροχερό απόγευμα, όμως, το τηλέφωνο χτύπησε.
Ο Κυριακός σήκωσε το ακουστικό.
Στην άλλη άκρη ήταν η Ελένη, μια παλιά γνωστή του,
συμμαθήτριά του από τα σχολικά χρόνια. Η φωνή της ήταν τρεμάμενη, σχεδόν
ψιθυριστή.
«Κυριακέ… χρειάζομαι βοήθεια. Κάτι περίεργο
συμβαίνει στο σπίτι μου», είπε.
Ο Κυριακός δεν δίστασε. Έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε προς τη
Βέρα.
«Βέρα, είναι μια νέα υπόθεση. Μια κοπέλα χρειάζεται βοήθεια. Πρέπει
να πάω.»
Η Βέρα χαμογέλασε ελαφρά, με εκείνο το βλέμμα εμπιστοσύνης και
αποφασιστικότητας που είχε αρχίσει να γίνεται γνώριμο.
«Πάμε μαζί», είπε. «Δεν θα σε αφήσω μόνο σου.»
Το σπίτι της Ελένης ήταν παλιό, με ψηλά παράθυρα και ξύλινα
πατώματα που έτριζαν σε κάθε βήμα. Η ίδια τους υποδέχτηκε εμφανώς ταραγμένη.
Δεν τους μίλησε απλώς για φόβο. Αυτό που είχε βιώσει τις τελευταίες
εβδομάδες είχε διαβρώσει την ψυχή της. Ήταν ένα πορτραίτο κρεμασμένο στον τοίχο.
Ο προπάππος της —παλιός πολέμαρχος, βετεράνος των Βαλκανικών Πολέμων— την
κοίταζε με ύφος αυταρχικό και αφ’ υψηλού. Το βλέμμα του, αυστηρό και αμετακίνητο,
έμοιαζε να τη ζυγίζει σιωπηλά, σαν να της ζητούσε λογαριασμό για κάτι που ούτε
η ίδια γνώριζε. Το πρόσωπό του, σφιγμένο και σοβαρό, την έκανε να αισθάνεται
μικρή, σαν να κουβαλούσε μέσα του μια κληρονομιά βαρύτερη απ’ ό,τι άντεχε.
Το πορτραίτο δεν την τρόμαζε μόνο όταν το κοιτούσε. Την ακολουθούσε
μέσα στη σκέψη της, ακόμη κι όταν έστρεφε αλλού το βλέμμα. Τις νύχτες ξυπνούσε
ιδρωμένη, με την αίσθηση πως κάποιος στεκόταν στο σαλόνι και την παρατηρούσε, ακίνητος,
υπομονετικός.
Είχε αρχίσει να αποφεύγει τον χώρο. Περνούσε βιαστικά μπροστά
από το πορτραίτο, κρατώντας την αναπνοή της, σαν να φοβόταν πως αν κοντοστεκόταν,
εκείνο θα ζωντάνευε. Κάποιες φορές της φαινόταν πως το βλέμμα του προπάππου της
σκοτείνιαζε, πως το στόμα του σχημάτιζε μια ανεπαίσθητη, ειρωνική καμπύλη. Άλλοτε,
μέσα στη σιωπή του σπιτιού, ορκιζόταν πως άκουγε έναν βαθύ αναστεναγμό, έναν
ήχο παλιό, σαν να ερχόταν από τα βάθη του χρόνου.
Ο φόβος είχε γίνει μόνιμος σύντροφος. Η καρδιά της
χτυπούσε γρήγορα, τα χέρια της έτρεμαν και συχνά ένιωθε πως ο αέρας δεν έφτανε
στα πνευμόνια της. Υπήρχαν στιγμές που πίστευε πως θα
πεθάνει από τον τρόμο της, πως το σώμα της δεν θα άντεχε άλλο αυτή τη συνεχή
ένταση. Άλλες φορές, η σκέψη πως ίσως χάνει το μυαλό της την έκανε να λυγίζει περισσότερο
κι από τον ίδιο τον φόβο.
Έφτασε να αμφιβάλλει για τον εαυτό της. Να αναρωτιέται αν όλα
όσα έβλεπε και άκουγε ήταν αποκυήματα μιας διαλυμένης ψυχής. Ο ύπνος της είχε
διαταραχθεί, το φαγητό της λιγόστεψε, και η μοναξιά μέσα στο σπίτι μεγάλωνε, βαριά
σαν σκιά που δεν έλεγε να φύγει. Το πορτραίτο δεν ήταν πια ένα αντικείμενο στον
τοίχο, ήταν παρουσία. Και αυτή η παρουσία την έσπρωχνε αργά, αλλά σταθερά, προς
την άκρη της λογικής.
Γι’ αυτό και όταν αντίκρισε τον Κυριακό και τη Βέρα, τα μάτια
της γέμισαν δάκρυα ανακούφισης. Δεν ζητούσε απλώς μια εξήγηση. Ζητούσε σωτηρία.
Ενώ
ο Κυριακός παρατηρούσε τον χώρο με το γνώριμο, ερευνητικό
του βλέμμα, η Βέρα κρατούσε σημειώσεις, κατέγραφε λεπτομέρειες, παρατηρούσε όσα
δεν φαίνονταν με την πρώτη ματιά. Η συνεργασία τους αποδείχθηκε πολύτιμη από την
πρώτη στιγμή. Η ενσυναίσθηση της Βέρας συμπλήρωνε ιδανικά την ψυχρή ανάλυση του
Κυριακού.
Το σαλόνι ήταν ο πυρήνας του φόβου. Εκεί βρισκόταν το παλιό
πορτραίτο του προπάππου της Ελένης. Σύμφωνα με την ίδια, το πρόσωπο άλλαζε
έκφραση, το βλέμμα ακολουθούσε κάθε της κίνηση, και οι σκιές γύρω του έπαιρναν
αλλόκοτες μορφές.
Ο Κυριακός στάθηκε απέναντι από το πορτραίτο.
Μαζί με τη Βέρα εξέτασαν προσεκτικά το πλαίσιο, τους λαμπτήρες, τη θέση των φωτιστικών.
«Δες», είπε ο Κυριακός δείχνοντας το σημείο. «Το χαμόγελο
φαίνεται διαφορετικό ανάλογα με τη γωνία και το φως. Οι σκιές δεν είναι φαντάσματα,
είναι αντανάκλαση των λαμπτήρων και των αντικειμένων γύρω.»
Η Βέρα συμπλήρωσε ήρεμα:
Η Ελένη έκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Δηλαδή… όλα ήταν στην ψυχή μου;»
«Και στον φωτισμό του χώρου», απάντησε ο Κυριακός. «Θα
τον αλλάξουμε. Και τότε θα δεις τα πράγματα αλλιώς.»
Πράγματι, όταν οι λαμπτήρες αντικαταστάθηκαν και η
γωνία του φωτός διορθώθηκε, οι σκιές έχασαν την απειλητική τους μορφή. Το πορτραίτο
έμοιαζε πια απλώς παλιό — όχι ζωντανό. Η Ελένη ένιωσε ανακούφιση. Οι φόβοι της
είχαν πλέον εξήγηση, όνομα, λογική.
Το ίδιο βράδυ, πίσω στο σπίτι του Κυριακού, η ένταση
είχε δώσει τη θέση της στην ησυχία. Στο υπνοδωμάτιο, η Βέρα έγειρε πάνω του,
όχι μόνο από κούραση, αλλά για να νιώσει τη σιγουριά της παρουσίας του.
«Ξέρεις», ψιθύρισε, «ακόμη κι αν όλα αυτά τα φαντάσματα
ήταν μόνο ψυχολογία, η παρουσία σου με κάνει να νιώθω πιο δυνατή.»
Ο Κυριακός την κοίταξε σκεφτικός.
«Και εμένα το ίδιο», είπε. Έπειτα χαμήλωσε τη φωνή του.
«Όμως υπάρχει κάτι που με ανησυχεί.»
Η Βέρα σήκωσε το βλέμμα της.
«Σκέψου το», συνέχισε. «Ο φωτισμός αυτός ήταν έτσι για
χρόνια. Γιατί να αλλάξει ξαφνικά; Και μάλιστα με τέτοιο τρόπο που να τρομοκρατεί;»
Έμειναν σιωπηλοί.
«Μήπως», είπε τελικά ο Κυριακός, «κάποιος τον άλλαξε
επίτηδες; Για να την κάνει να αμφιβάλλει για τον εαυτό της… και ίσως για να οικειοποιηθεί
το σπίτι και την περιουσία της;»
Η Βέρα δεν απάντησε αμέσως. Το βλέμμα
της σκοτείνιασε.
«Αν έχεις δίκιο», είπε χαμηλόφωνα, «τότε αυτό δεν ήταν απλώς μια υπόθεση φόβου.
Ήταν η αρχή κάτι πολύ πιο επικίνδυνου.»
Και οι δύο ήξεραν πως αυτή η έρευνα δεν είχε τελειώσει.
Μόλις είχε αρχίσει.
Την άλλη μέρα, ο Κυριακός και η Βέρα επισκέφθηκαν ξανά την Ελένη. Της εξήγησαν
πως η υπόθεση δεν μπορούσε να θεωρηθεί λήξασα.
Αυτό που είχε συμβεί με τον φωτισμό δεν ήταν
τυχαίο ούτε φυσιολογικό. Κάποιος, πιθανότατα, είχε παρέμβει
σκόπιμα, με σκοπό να της προκαλέσει φόβο και σύγχυση.
Η Ελένη τους διαβεβαίωσε πως δεν είχε εχθρούς. Οι
γονείς της είχαν πεθάνει καιρό τώρα, και μοναδικός της συγγενής ήταν ο αδελφός της,
ο οποίος ζούσε απομονωμένος στη χερσόνησο του Ακάμα. Οι σχέσεις τους δεν ήταν στενές.
Ουσιαστικά είχαν χαθεί με τον καιρό.
Καταγόταν από ένα μικρό χωριό στα όρια του Ακάμα, μια απέραντη,
παρθένα γη με πλούσια βοσκοτόπια. Οι γονείς της ήταν βοσκοί. Διατηρούσαν μεγάλα
κοπάδια και ζούσαν σκληρή, λιτή ζωή. Με τη βοήθεια του μοναχογιού τους φρόντιζαν
τα ζώα, τα κούρευαν, τα άρμεγαν, έφτιαχναν χαλούμια και επιβίωναν όπως ήξεραν.
Την Ελένη, όμως, την έστειλαν σχολείο και για σπουδές.
Της άφησαν κι ένα πατρογονικό σπίτι, κληρονομιά από προπάππο που είχε πολεμήσει
στους Βαλκανικούς Πολέμους. Εκείνη δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα πρόβατα. Δεν της
ταίριαζε αυτή η ζωή, δεν τη διάλεξε.
Όλο το βάρος έπεσε στους ώμους του αδελφού της.
Ζούσε
αποκομμένος από την κοινωνία, στα όρια του Ακάμα, εκεί όπου η γη γίνεται άγρια
και δεν συγχωρεί. Η απομόνωση δεν τον έκανε μοναχικό, τον έκανε σκληρό.
Μέσα του φύτρωσαν ένστικτα πρωτόγονα, σχεδόν ζωώδη, και έμαθε να τα εμπιστεύεται
περισσότερο απ’ τον λόγο ή τη συνείδηση.
Πάντα
κρατούσε μια βαριά μαγκούρα. Δεν ήταν απλώς εργαλείο, ήταν προέκταση του χεριού
του. Όταν κάποιο πρόβατο ξέφευγε από το κοπάδι, δεν το κυνηγούσε — το σημάδευε και
έριχνε τη μαγκούρα. Δεν αστοχούσε ποτέ. Ένα χτύπημα στο κεφάλι, με ακρίβεια που
πρόδιδε εμπειρία. Πολλά ζώα είχαν βρει έτσι τον θάνατο. Εκείνος δεν έδειχνε μεταμέλεια.
Τα έσφαζε ψύχραιμα, τα έγδερνε με κινήσεις μαθημένες, και τα κουβαλούσε σπίτι
είτε για τροφή είτε για πώληση. Για τον Αγκριμάρη, η βία δεν ήταν ξέσπασμα,
ήταν μέθοδος.
Στο χωριό
κυκλοφορούσαν φήμες πως είχε κάνει
συμφωνία
με το κακό. Τις νύχτες, από τα βάθη του Ακάμα, ακούγονταν οι άγριες φωνές του —
κραυγές που έμοιαζαν περισσότερο με θηρίου παρά ανθρώπου. Τα παιδιά ανατρίχιαζαν,
κι οι μεγάλοι έκλειναν τα παράθυρα. Όταν άλλοι βοσκοί έχαναν ζώα, οι υποψίες
έπεφταν πάνω του. Μα κανείς δεν μιλούσε.
Ο φόβος
ήταν πιο δυνατός από την αλήθεια.
Ήταν
βίαιος, μα όχι ανόητος. Όταν κάποιος τον ενοχλούσε, δεν αντιδρούσε πάντα
αμέσως. Τον παρακολουθούσε. Του έστηνε καρτέρι. Και όταν ερχόταν η ώρα, το
χτύπημα ήταν ανελέητο, σχεδόν τιμωρητικό. Κάποιοι έλεγαν πως λάτρευε τον θεό Πάνα,
πως είχε κολλήσει μια μανία της ερημιάς, μια τρέλα που γεννιέται όταν ο άνθρωπος
ζει πολύ κοντά στη φύση και πολύ μακριά απ’ τους ανθρώπους.
Ήταν αγρίμι. Αγράμματος, μα εξαιρετικά πονηρός. Ήξερε πότε
να φαίνεται αθώος και πότε να σκορπά τρόμο. Και αυτή του η πονηριά αποδείχθηκε καθοριστική αργότερα
— όταν οι γονείς τους πέθαναν και εκείνος και η Ελένη έμειναν συγκληρονόμοι
μιας απέραντης γης στον Ακάμα.
Τότε ήταν που ο Αγκριμάρης
άρχισε να σχεδιάζει. Και ό,τι σχεδίαζε, το έκανε πάντα χωρίς δισταγμό.
Η Ελένη ζούσε μόνη στο παλιό προγονικό σπίτι της οικογένειας. Ένα σπίτι γεμάτο
μνήμες και σιωπές, που τις νύχτες έμοιαζε να βαραίνει περισσότερο απ’ όσο άντεχε
η ψυχή της. Ο αδελφός της, ο Αγκριμάρης, είχε επιλέξει την ερημιά του Ακάμα — εκεί,
ανάμεσα σε πέτρες, θάμνους και κοπάδια, ένιωθε κυρίαρχος. Οι δρόμοι τους σπάνια
συναντιούνταν πια, κι αυτή η απόσταση έκανε την Ελένη να μην σκέφτεατι πως ό,τι
κι αν συνέβαινε στο σπίτι, θα μπορούσε να σχετίζεται άμεσα μαζί του.
Δεν ήταν όμως πάντα μόνη.
Κάποιες νύχτες έμενε μαζί της ο άντρας με τον οποίο διατηρούσε δεσμό — ένας έρωτας
κρυφός, φορτωμένος ενοχές. Ήταν παντρεμένος, προσεκτικός στις κινήσεις του, νευρικός
στα βλέμματα, πάντα έτοιμος να φύγει αν ένιωθε πως κάποιος θα μπορούσε να τον
δει. Η παρουσία του της έδινε μια πρόσκαιρη αίσθηση ασφάλειας, κι όταν ήταν εκεί,
οι φόβοι της υποχωρούσαν, όχι όμως εντελώς.
Υπήρχαν στιγμές που,
ακόμη κι όταν καθόταν δίπλα της, η Ελένη ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Σαν να
υπήρχε μια τρίτη παρουσία στο σπίτι — μια σκιά που παρατηρούσε υπομονετικά,
περιμένοντας.
Καθώς η Ελένη του αφηγούνταν
τα γεγονότα, ο Κυριακός άκουγε σιωπηλός. Και όσο άκουγε, τόσο τα κομμάτια άρχιζαν
να δένουν στο μυαλό του. Το ίδιο βράδυ, πίσω στο σπίτι του, η ένταση είχε δώσει
τη θέση της σε μια εύθραυστη ησυχία. Η Βέρα καθόταν δίπλα του, κουρασμένη, μα
ήρεμη. Εκείνος όμως δεν είχε ησυχάσει.
«Κάτι δεν μου κολλάει»,
είπε χαμηλόφωνα.
«Τι εννοείς;»
«Η Ελένη δεν ζει απομονωμένη»,
είπε τελικά. «Κάποιος μπαινόβγαινε στο σπίτι. Κάποιος ήξερε πότε ήταν μόνη,
πότε φοβόταν περισσότερο.»
Η Βέρα συνοφρυώθηκε.
«Ο άντρας που έμενε κάποιες
νύχτες μαζί της;»
Ο Κυριακός ένευσε αργά.
«Δεν λέω ότι είναι ένοχος. Αλλά είναι ο μόνος που είχε πρόσβαση. Ο μόνος που
μπορούσε να αγγίξει τον χώρο χωρίς να κινήσει υποψίες. Και κάτι στον τρόπο που
τον περιέγραψε — πάντα ανήσυχος, πάντα σε επιφυλακή… — δεν μου άρεσε.»
Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά αργά μέσα στο δωμάτιο. «Αν κάποιος ήθελε να τη φθείρει
ψυχολογικά, δεν θα χρειαζόταν βία. Μόνο χρόνο, υπομονή και παρουσία.»
Η Βέρα τον παρακολουθούσε
σιωπηλή.
«Πιστεύεις ότι οι φόβοι της δεν ήταν τυχαίοι;»
«Όχι», απάντησε ο Κυριακός. «Πιστεύω πως κάποιος τον καλλιέργησε.
Και όποιος το έκανε, ήξερε πολύ καλά τι έκανε.»
Στις επόμενες συναντήσεις, ο Κυριακός παρατήρησε κάτι ακόμη: δεν ήταν μόνο ο
φόβος που κατέβαλλε την Ελένη. Ήταν και το σώμα της. Ζαλιζόταν χωρίς προειδοποίηση,
κουραζόταν εύκολα, έχανε την όρεξή της. Υπήρχαν μέρες που ένιωθε το μυαλό της θολό,
σαν να μην μπορούσε να συγκεντρωθεί ούτε στα πιο απλά.
Το πιο ανησυχητικό
ήταν πως τα συμπτώματα χειροτέρευαν μετά από νύχτες που δεν ήταν μόνη. Μια σκοτεινή
σκέψη πέρασε από το μυαλό του Κυριακού: αν ο φόβος δεν ήταν η αιτία, αλλά το
αποτέλεσμα — αν κάποιος τη φθείρει αργά, συστηματικά, χωρίς να αφήνει ίχνη…
Η λογική επικράτησε
γρήγορα. Ο δεσμός της Ελένης δεν είχε κίνητρο — δεν κέρδιζε τίποτα από την
εξόντωσή της. Ούτε περιουσία, ούτε εξουσία, ούτε ελευθερία. Αντίθετα, θα ρίσκαρε
τα πάντα — την οικογένειά του, τη ζωή του, την ίδια του την ύπαρξη. Αλλά καμιά
φορά τα φαονόμενα απατούν…
Και τότε το νήμα οδηγούσε
αναπόφευκτα στον αδελφό της, τον Αγκριμάρη. Εκείνος είχε το πραγματικό όφελος:
τη γη, την απέραντη έκταση στον Ακάμα. Αν η Ελένη λύγιζε ψυχικά, αν παρουσιαζόταν
ανίκανη να διαχειριστεί την περιουσία της, όλα θα περνούσαν στα χέρια του. Και
αν αυτό δεν αρκούσε, υπήρχε και το επόμενο βήμα — πιο αργό, πιο σιωπηλό, πιο οριστικό.
Πρώτα να τη βγάλουν τρελή. Ύστερα να τη φθείρουν. Και στο τέλος… να τη σβήσουν.
Χωρίς φωνές, χωρίς αίμα, χωρίς ίχνη. Να την
αυτοκτονήσουν.
Ο Κυριακός ένιωσε το
βάρος του σχεδίου στο στήθος του. Δεν επρόκειτο για πράξη παρόρμησης. Ήταν μεθοδικό,
μακροχρόνιο, σχεδιασμένο από άνθρωπο που γνώριζε την υπομονή της ερημιάς και τη
σκληρότητα της επιβίωσης.
Έτσι προχώρησε στην
πρώτη του κίνηση. Κάλεσε τον αγαπητικό της Ελένης στο γραφείο με προσχηματική
δικαιολογία, ώστε να μην υποψιαστεί τίποτα. Τον έβαλε να καθίσει απέναντι, του
κέρασε καφέ και μίλησε με άνεση. Στη συνέχεια, άνοιξε αργά το συρτάρι του γραφείου
και έβγαλε ένα ημιαυτόματο πιστόλι — κλασικό, από μαύρο μέταλλο με ξύλινη λαβή,
κενό από φυσίγγια αλλά φορτωμένο με την αίσθηση απειλής, ένα όπλο που ποτέ δεν κουβαλούσε
μαζί του εκτός από στιγμές σαν αυτή.
Με υπαινικτικό ύφος,
αλλά ήρεμο και απειλητικό, είπε:
«τα ξέρω όλα. Αν συνεργαστείς και τα φανερώσεις, θα γλυτώσεις πολλές περιπέτειες.
Αν όχι… ξέρεις τι μπορεί να συμβεί.»
Ο άντρας κοκκάλωσε. Φοβισμένος
και τρομοκρατημένος, με τη θέα του πίστολιού, ομολόγησε τα πάντα: ο Αγκριμάρης
θεωρούσε ότι η περιουσία του ανήκε όλη, καθώς αυτός τη διαχειριζόταν, και η
Ελένη δεν είχε κανένα δικαίωμα. Τον είχε πληρώσει να κάνει κακό στην Ελένη, για
να πάρει τον έλεγχο της γης. Ήταν ένα σατανικό σχέδιο: πρώτα να την κάνουν ψυχοπαθή,
να την τρελάνουν, και μετά να προχωρήσουν παραπέρα.
Ο Κυριακός γνώριζε τώρα
τι έπρεπε να κάνει. Οι έρευνές του δεν θα αφορούσαν πια το σπίτι ή το πορτραίτο,
αλλά τους ανθρώπους. Και κυρίως σ’ εκείνον που περίμενε ήσυχος, αθέατος, στα βάθη
του Ακάμα — βέβαιος πως κανείς δεν θα τον υποψιαζόταν.
Ο φίλος της Ελένης
έφυγε από το γραφείο του Κυριακού σαν κυνηγημένος. Δεν γύρισε ποτέ ξανά στο
σπίτι της. Ήταν ψευτόμαγκας — θρασύς μόνο όσο ένιωθε ασφαλής, μα κατά βάθος φοβισμένος,
ντροπιασμένος, τσακισμένος. Η ομολογία του τον είχε γυμνώσει. Δεν άντεχε ούτε το
βλέμμα της Ελένης, ούτε τη σκέψη πως θα μπορούσε να βρεθεί ξανά μπροστά στον Κυριακό.
Όμως με τον Αγκριμάρη
επικοινώνησε. Τον ειδοποίησε. Του είπε πως όλα είχαν αποκαλυφθεί.
Ο Αγκριμάρης δεν ήταν
άνθρωπος που κρυβόταν. Ήταν μαθημένος αλλιώς. Να υψώνει τη φωνή και οι άλλοι να
σωπαίνουν. Να σηκώνει το χέρι και οι υπόλοιποι να σκύβουν το κεφάλι. Όλη του τη
ζωή είχε χτιστεί πάνω στον φόβο των άλλων. Μόλις άκουσε τα μαντάτα, κατέβηκε
από τον Ακάμα μ’ ένα παλιό φορτηγάκι, σκουριασμένο, που μύριζε λάδι, χώμα και
ζώα. Σταμάτησε απότομα έξω από το γραφείο του Κυριακού. Κατέβηκε κρατώντας τη
βαριά μαγκούρα του — χοντρό ξύλο, φαγωμένο από τον χρόνο, σημαδεμένο από χτυπήματα
σε πέτρες, ζώα και ανθρώπους. Το κορμί του ήταν γεροδεμένο, άγριο, σκυφτό μπροστά,
σαν να ήταν πάντα έτοιμος να ορμήσει. Τα μάτια του μικρά, σκληρά, χωρίς ίχνος δισταγμού.
Έμοιαζε περισσότερο με θηρίο παρά με άνθρωπο.
Δεν χτύπησε την πόρτα.
Την άνοιξε με δύναμη.
Ο Κυριακός, μόλις τον
είδε, κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν. Δεν χρειάστηκε συστάσεις. Το βλέμμα, η στάση
του σώματος, η μαγκούρα στο χέρι — όλα φώναζαν Αγκριμάρης. Αμεσως άνοιξε το
συρτάρι του γραφείου και έπιασε το πιστόλι από την κάννη. Το όπλο ήταν άδειο,
μα εκείνος το κρατούσε με τη βεβαιότητα ανθρώπου που ήξερε τι έκανε.
Ο Αγκριμάρης νόμιζε
πως θα είχε απέναντί του ακόμη έναν που θα τον φοβόταν. Έναν ακόμη που θα λύγιζε.
Άρχισε να φωνάζει, η φωνή του τραχιά, αγριωπή, γεμάτη απειλή. Ύψωσε τη μαγκούρα
και τη χτύπησε με δύναμη πάνω στο γραφείο.
Το ξύλο έτριξε. Η
επιφάνεια ράγισε.
Ήταν το λάθος του.
Ο Κυριακός κινήθηκε
αστραπιαία. Σβέλτος, γυμνασμένος, πετάχτηκε πάνω στο γραφείο πριν ο άλλος
προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε. Σήκωσε το πιστόλι και με το κοντάκι τον χτύπησε
δυνατά στο κεφάλι.
Ο Αγκριμάρης δεν
έβγαλε ούτε άχνα. Έπεσε σωριασμένος στο πάτωμα, λιπόθυμος, σαν άδειο σακί.
Ο Κυριακός στάθηκε
από πάνω του για μια στιγμή, ήρεμος. Ύστερα άνοιξε το συρτάρι, έβγαλε δύο χειροπέδες
και του τις πέρασε στα χέρια και στα πόδια.
Σφιχτά. Οριστικά.
Για πρώτη φορά στη
ζωή του, ο Αγκριμάρης δεν εκφόβιζε κανέναν. Και για πρώτη φορά, η σιωπή δεν
ήταν επιλογή των άλλων — ήταν δική του.
Άνοιξε τα μάτια του
αργά. Το κεφάλι του βούιζε. Το στόμα του είχε γεύση σιδήρου. Προσπάθησε να
κινηθεί — και τότε κατάλαβε.
Τα χέρια δεμένα πίσω.
Τα πόδια σφιχτά ακινητοποιημένα. Οι χειροπέδες έκοβαν την κυκλοφορία, όχι όμως
αρκετά για να λιποθυμήσει ξανά. Όχι ακόμη. Σήκωσε το βλέμμα.
Ο Κυριακός καθόταν απέναντί
του, πίσω από το ραγισμένο γραφείο. Δεν τον κοιτούσε σαν θήραμα. Ούτε σαν εχθρό.
Τον κοιτούσε σαν άνθρωπο που είχε ήδη καταλήξει σε συμπέρασμα — και απλώς περίμενε
την επιβεβαίωση.
«Ξύπνησες», είπε ήρεμα.
Ο Αγκριμάρης γρύλισε,
προσπαθώντας να ανασηκωθεί. Μάταια.
«Λύσε με», έφτυσε τις
λέξεις. «Δεν ξέρεις με ποιον τα βάζεις.»
Ο Κυριακός χαμογέλασε
ελάχιστα. Όχι ειρωνικά. Σχεδόν θλιμμένα.
«Αυτό μου το έχουν
πει πολλοί», απάντησε. «Κανείς τους δεν είχε δίκιο.»
Σηκώθηκε αργά και πλησίασε.
Δεν ύψωσε φωνή. Δεν απείλησε.
«Στον Ακάμα», συνέχισε, «σε φοβούνται. Στο χωριό σωπαίνουν. Εκεί έχεις μάθει να
μιλάς με μαγκούρα. Εδώ όμως… εδώ μιλάμε αλλιώς.»
Ο Αγκριμάρης έσφιξε τα
δόντια. Τα μάτια του έψαχναν διέξοδο. Δεν υπήρχε.
«Η αδελφή μου είναι τρελή»,
είπε απότομα. «Πάντα ήταν. Εσύ τι ξέρεις;»
Ο Κυριακός έσκυψε
ελαφρά, στο ύψος του.
«Ξέρω ότι εξασθενούσε.
Σιγά. Σταθερά. Με τρόπο που μοιάζει με φόβο — αλλά δεν είναι. Ξέρω ότι κάποιος
την τάιζε τρόμο και κάτι ακόμη. Και ξέρω ότι ο άνθρωπος που έμπαινε στο σπίτι
της δεν είχε μυαλό για σχέδια. Είχε όμως εντολές.»
Σιωπή.
Ο Αγκριμάρης κατάπιε. Για πρώτη φορά, το βλέμμα του έσπασε.
«Λέει ψέματα»,
μουρμούρισε. «Είναι αδύναμη.»
«Όχι», είπε ο Κυριακός
κοφτά. «Εσύ είσαι.»
Πήρε μια καρέκλα και
κάθισε απέναντί του.
«Όλη σου η ζωή βασίστηκε
στο ίδιο πράγμα: στον φόβο των άλλων. Αλλά ο φόβος θέλει κοινό. Κι εδώ δεν
έχεις.»
Ο Αγκριμάρης άρχισε
να ιδρώνει.
«Δεν μπορείς να μου
κάνεις τίποτα», είπε, μα η φωνή του δεν είχε πια τη βεβαιότητα του πριν.
Ο Κυριακός έγειρε πίσω.
«Δεν χρειάζεται»,
απάντησε. «Ήδη τα έκανες όλα μόνος σου.»
Άφησε λίγα δευτερόλεπτα
να περάσουν. Το ρολόι στον τοίχο ακουγόταν εκκωφαντικά.
«Θέλω να μου πεις
πότε ξεκίνησε. Ποια ήταν η πρώτη φορά που αποφάσισες πως η Ελένη έπρεπε πρώτα
να τρελαθεί… και μετά να πεθάνει.»
Ο Αγκριμάρης γέλασε νευρικά.
Ένα γέλιο σπασμένο.
«Δεν θα μιλήσω.»
Ο Κυριακός έσκυψε
ξανά μπροστά. Το βλέμμα του ήταν τώρα ακίνητο, κοφτερό.
«Θα μιλήσεις», είπε χαμηλόφωνα.
«Όχι γιατί σε πιέζω. Αλλά γιατί για πρώτη φορά στη ζωή σου δεν έχεις ποιον να
φοβίσεις. Και ο μόνος που φοβάται εδώ… είσαι εσύ.»
Η σιωπή που ακολούθησε
δεν ήταν άμυνα. Ήταν ρωγμή.
Και μέσα απ’ αυτήν, ο Αγκριμάρης άρχισε να καταρρέει.
Ο Αγκριμάρης ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα, δεμένος χειροπόδαρα.
Η μαγκούρα του ακουμπούσε
πεσμένη δίπλα στο γραφείο, σαν απομεινάρι μιας δύναμης που είχε μόλις καταρρεύσει.
Ο Κυριακός στάθηκε όρθιος από πάνω του. Κοίταξε το πρόσωπο του άντρα — σκληρό
ακόμη και στην ανημπόρια του.
Πλησίασε το γραφείο.
Σήκωσε το ακουστικό.
«Βέρα;»
Η φωνή του ήταν χαμηλή, απόλυτα ελεγχόμενη.
«Έλα στο γραφείο.
Τώρα. Και φέρε την Ελένη μαζί σου.»
Μια παύση. Ύστερα:
«Ναι. είναι εδώ μ,αζί
μου, ερχόμαστε.»
Έκλεισε.
Ο Αγκριμάρης τον κοίταξε ανήσυχος.
«Τι… τι θα κάνεις;»
μουρμούρισε.
Ο Κυριακός κάθισε
απέναντί του. Όχι απειλητικά. Σχεδόν ήρεμα.
«Τίποτα», είπε. «Θα σε
αφήσω να μιλήσεις.»
Πέρασαν λίγα λεπτά σε
απόλυτη σιωπή. Μόνο το ρολόι στον τοίχο ακουγόταν.
Όταν ακούστηκαν βήματα
έξω στην πόρτα, ο Αγκριμάρης τινάχτηκε ελαφρά.
Ο Κυριακός σηκώθηκε. Η
Βέρα μπήκε πρώτη. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως πάνω στον δεμένο άντρα. Δεν μίλησε.
Πίσω της στεκόταν η
Ελένη. Σταμάτησε στο κατώφλι. Τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω στον αδελφό της. Για
μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.
«Τώρα», είπε ύστερα
ήρεμα ο Κυριακός, «θα ειπωθούν όλα.»
Η Ελένη στεκόταν όρθια,
λίγο πιο πίσω από την πόρτα του γραφείου.
Δεν είχε μπει αμέσως.
Άκουγε.
Η φωνή του αδελφού
της έφτανε αλλοιωμένη, χαμηλή, χωρίς εκείνη τη βραχνή σιγουριά που θυμόταν από
παλιά. Δεν ήταν η φωνή του ανθρώπου που την τρόμαζε μικρή, που ύψωνε το ανάστημα
και απαιτούσε σιωπή. Ήταν μια φωνή σπασμένη.
Η Βέρα άνοιξε απαλά
την πόρτα και της έγνεψε. Η Ελένη μπήκε. Ο Αγκριμάρης σήκωσε το κεφάλι. Όταν την
είδε, πάγωσε. Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε.
Ο Κυριακός έσπασε τη
σιωπή.
«Θέλω να ακούσεις
ό,τι έχει να πει. Από την αρχή. Και μετά… εσύ θα αποφασίσεις.»
Η Ελένη κάθισε αργά.
Τα χέρια της έτρεμαν, αλλά τα κράτησε σφιγμένα στα γόνατά της.
«Μίλα», είπε. Μόνο
αυτό.
Ο Αγκριμάρης κατέβασε
το βλέμμα.
«Δεν ήθελα… έτσι», ψέλλισε.
Η Βέρα έκανε ένα βήμα
μπροστά.
«Μην αρχίσεις με δικαιολογίες.
Πες τι έκανες.»
Η λέξεις εκείνεςν
έπεσαν βαριά.
Ο Αγκριμάρης πήρε ανάσα.
«Η γη…» άρχισε. «Όλη
μου τη ζωή τη δούλευα εγώ. Εσύ… εσύ ήσουν πάντα μακριά.»
Η Ελένη δεν αντέδρασε.
«Αυτό δεν σου έδινε
δικαίωμα», είπε ήρεμα. Και η ηρεμία της πονούσε περισσότερο από κραυγή.
«Ήθελα να τελειώνει»,
συνέχισε εκείνος. «Να σε κηρύξουν ανίκανη. Να περάσουν όλα σε μένα. Και αν… αν
δεν έφτανε αυτό…»
Η φωνή του έσβησε.
Ο Κυριακός τον
κοίταξε σταθερά.
«Πες το.»
Ο Αγκριμάρης έκλεισε
τα μάτια.
«Να σε φθείρουμε. Αργά.
Να μη φαίνεται.»
Η Ελένη ένιωσε το στομάχι
της να σφίγγεται. Τώρα όλα έμπαιναν στη θέση τους: η αδυναμία, η θολούρα,
οι νύχτες που ένιωθε
να χάνεται.
«Ήξερε», είπε χαμηλά.
«Κάθε φορά που ερχόταν εκείνος…»
Ο Αγκριμάρης ένευσε.
«Ναι.»
Η λέξη έπεσε σαν πέτρα.
Η Βέρα πλησίασε την Ελένη.
«Ό,τι αποφασίσεις»,
της είπε, «θα είμαι εδώ.»
Ο Κυριακός μίλησε
τελευταίος.
«Ο νόμος είναι
επιλογή. Όχι υποχρέωση. Αλλά αν φύγει από εδώ ελεύθερος, θα υπάρχει ένας όρος.»
Ο Αγκριμάρης σήκωσε
το βλέμμα.
«Ποιος;»
Ο Κυριακός τον κοίταξε χωρίς ίχνος συναισθήματος.
«Δεν θα πλησιάσεις ποτέ ξανά την αδελφή σου. Ούτε το σπίτι. Ούτε τη ζωή της.»
Έσκυψε μπροστά.
«Και αν το κάνεις…
αυτή τη φορά δεν θα υπάρξει δεύτερη κουβέντα.»
Η Ελένη σηκώθηκε.
Πλησίασε τον αδελφό της. Τον κοίταξε για ώρα.
«Δεν σε συγχωρώ», είπε
τελικά.
Ο Αγκριμάρης έσκυψε
το κεφάλι.
«Αλλά δεν θα γίνω κι
εγώ σαν εσένα.»
Γύρισε προς τον
Κυριακό.
«Θέλω να φύγει. Μακριά.
Και να μην ξανακούσω ποτέ το όνομά του.»
Ο Κυριακός ένευσε αργά.
Η απόφαση είχε παρθεί.
Και κάπου μέσα της, για πρώτη φορά μετά από μήνες, η Ελένη ένιωσε πως ο φόβος άρχιζε να ωραιοθετείται.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά
όταν έμειναν και οι τρεις μόνοι στο γραφείο. Ο αέρας μύριζε βροχή και σίδερο,
σαν να είχε περάσει κάτι άγριο και να είχε αφήσει πίσω του ίχνη. Ο Αγκριμάρης είχε
φύγει δεμένος όχι με χειροπέδες, αλλά με φόβο. Και αυτός ήταν ο πιο ισχυρός
δεσμός απ’ όλους.
Η Ελένη στεκόταν κοντά στο παράθυρο. Το πρόσωπό της δεν είχε πια τον τρόμο των προηγούμενων ημερών. Όχι ακόμη γαλήνη — αλλά κάτι καινούργιο. Κάτι που έμοιαζε με αρχή.
