Κι ενώ στο χωριό συνέβαιναν πράματα και θαύματα και ο Κυριακός, σαν από μηχανής θεός, έδινε για άλλη μια φορά λύση εκεί όπου όλοι οι άλλοι έβλεπαν αδιέξοδο, η ζωή του Αλή και της Ελένης είχε πάρει τον δικό της δρόμο.
Είχαν φύγει μαζί.
Χάθηκαν από τον τόπο, σαν δυο άνθρωποι που αποφάσισαν να απομακρυνθούν από τα
βλέμματα όλων και να ζήσουν τη ζωή τους μακριά από όσα τους είχαν πληγώσει.
Νέα τους έφταναν κατά καιρούς, και κάθε φορά που ο Κυριακός και η Βέρα μάθαιναν πως ήταν καλά, ένιωθαν μια
ήσυχη ανακούφιση.
Δεν χρειάζονταν περισσότερα.Ήξεραν πως ο Αλή
ήταν δυνατός άνθρωπος και πως η Ελένη, ύστερα από όλα όσα είχε περάσει, είχε
βρει επιτέλους έναν άνθρωπο δίπλα στον οποίο μπορούσε να σταθεί χωρίς φόβο.
Ο καιρός κυλούσε αργά, αλλά ασταμάτητα. Οι
μέρες έφευγαν, οι εποχές άλλαζαν και η ζωή στην Πάφο ακολουθούσε τον συνηθισμένο της ρυθμό.
Τα καλοκαίρια, κάτω από τον ίσκιο της
τερατσιάς, ο Κυριακός και η Βέρα απολάμβαναν το δυτικό αεράκι που ερχόταν από
τη θάλασσα και δρόσιζε τα απογεύματα. Μερικές φορές μιλούσαν για τον Αλή και
την Ελένη. Οι κουβέντες τους, όμως, ήταν σύντομες.
Δεν ήθελαν να ανησυχούν χωρίς λόγο.
Ήθελαν να πιστεύουν πως, ύστερα από τόσες
περιπέτειες, οι δυο τους είχαν βρει επιτέλους έναν δρόμο ήσυχο.
Και για ένα διάστημα έτσι φαινόταν. Ώσπου, ένα βράδυ, το τηλέφωνο του Κυριακού χτύπησε. Η οθόνη φωτίστηκε μέσα στο μισοσκόταδο. Ένα όνομα: Ελένη.
Ο Κυριακός απάντησε αμέσως. Δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ήρθε μήνυμα.
«Πυροβόλησαν
τον Αλή. Είναι σε κίνδυνο. Είναι σε κώμα.»
Ο Κυριακός έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Η Βέρα κατάλαβε από το πρόσωπό του πως κάτι είχε συμβεί.
«Τι είναι;»
Της έδειξε την οθόνη. Η σιγουριά τους έσπασε μονομιάς. Για λίγα
δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.
Η Ελένη ήταν μόνη. Ο Αλή βρισκόταν ανάμεσα
στη ζωή και στον θάνατο. Και όλος εκείνος ο κόσμος που είχαν φανταστεί πως είχε
πλέον ηρεμήσει, ξαναγινόταν ξαφνικά σκοτεινός.
Ο Κυριακός σηκώθηκε.
«Πάμε.»
Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε άλλο. Δεν υπολόγισαν δουλειές, υποχρεώσεις ή ώρα. Δεν ειδοποίησαν κανέναν. Πήραν
το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς τη Λάρνακα.
Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Η νύχτα, όμως, τους φαινόταν βαριά.
Τα φώτα των
αυτοκινήτων που περνούσαν από την απέναντι λωρίδα
χάνονταν γρήγορα πίσω τους. Κάθε θόρυβος, κάθε μηχανάκι που περνούσε με ταχύτητα,
κάθε ξαφνικό φως στον καθρέφτη τραβούσε την προσοχή του Κυριακού.
Δεν φοβόταν. Ήταν σε επιφυλακή. Και ήξερε πως αυτά τα δύο
πράγματα δεν ήταν το ίδιο.
Στο αεροδρόμιο κινήθηκαν γρήγορα. Η πτήση για
την Αθήνα τους φάνηκε ατελείωτη.
Η Βέρα κοιτούσε έξω από το παράθυρο χωρίς να
βλέπει πραγματικά.
Ο Κυριακός δεν μιλούσε. Στο μυαλό του είχαν ήδη αρχίσει να σχηματίζονται ερωτήματα.
Ποιος πυροβόλησε τον Αλή; Γιατί τώρα;
Όταν έφτασαν στην Αθήνα, η πόλη τούς
υποδέχθηκε σκοτεινή και σχεδόν άδεια. Νοίκιασαν
αυτοκίνητο και πήραν τον δρόμο προς το νοσοκομείο.
Ο Κυριακός οδηγούσε με σταθερότητα,
γνωρίζοντας πως η βιασύνη δεν θα τους βοηθούσε. Η Βέρα καθόταν δίπλα του και
παρατηρούσε σιωπηλή τους δρόμους.
Λίγη ώρα αργότερα έφτασαν. Η Ελένη τους περίμενε στην είσοδο. Το πρόσωπό
της είχε αλλάξει. Δεν έδειχνε φόβο. Είχε παγώσει κάθε
συναίσθημα βαθιά μέσα της, σαν να είχε μετατρέψει την ψυχραιμία σε ασπίδα. Μόνο τα μάτια της την πρόδιδαν.
Ο Κυριακός την πλησίασε.
«Πώς είναι;»
Η Ελένη κούνησε αργά το κεφάλι.
«Οι γιατροί λένε πως είναι κρίσιμα.»
Τους οδήγησε στο δωμάτιο. Ο Αλή βρισκόταν στο κρεβάτι ακίνητος, συνδεδεμένος με σωλήνες και
μηχανήματα. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και το σώμα του έμοιαζε παράξενα αδύναμο.
Ο Κυριακός στάθηκε για λίγο δίπλα του. Τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Τον θυμήθηκε
όπως τον είχε γνωρίσει χρόνια πριν, στη Λιβύη. Τον άντρα που είχε δει να
σκοτώνει μπροστά στα μάτια του και ύστερα να καταφεύγει απελπισμένος στο πλοίο
όπου εργαζόταν. Τον άνθρωπο που κουβαλούσε μια ιστορία αίματος, αλλά στον οποίο
ο ίδιος είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Και τώρα εκείνος
ο ίδιος άνθρωπος πάλευε για τη ζωή του.
«Ποιος το έκανε;» ρώτησε τελικά.
Η Ελένη αναστέναξε.
«Δεν ξέρω. Τον περίμεναν. Ήξεραν πού θα
ήταν.»
Αυτή η τελευταία φράση έμεινε στο μυαλό του
Κυριακού. «Ήξεραν πού θα ήταν».
Η επίθεση ήταν στοχευμένη. Και κάποιος είχε πληροφορίες.
Το επόμενο πρωί ο Κυριακός άρχισε την έρευνα.
Δεν είχε αυταπάτες. Δεν πίστευε πως θα έβρισκε την απάντηση μέσα σε λίγες ώρες. Ήξερε, όμως,
πως κάθε υπόθεση αφήνει ίχνη. Άλλοτε μεγάλα και φανερά. Άλλοτε τόσο μικρά, ώστε
οι περισσότεροι τα προσπερνούν.
Ο Κυριακός δεν τα προσπερνούσε. Πρώτα μίλησε με τους ανθρώπους του Αλή. Ώρες ολόκληρες. Ρώτησε για τις τελευταίες
ημέρες. Για τις μετακινήσεις του. Για τις συναντήσεις του. Για ανθρώπους που
τον είχαν πλησιάσει. Για παλιούς εχθρούς. Για παλιές διαφορές.
Δεν τον ενδιέφερε μόνο ποιος είχε λόγο να τον
σκοτώσει. Τον ενδιέφερε ποιος είχε τη δυνατότητα να
το κάνει.
Οι απαντήσεις ήταν σχεδόν απογοητευτικές.
Ο Αλή είχε αρκετούς εχθρούς στο παρελθόν.
Όμως, σύμφωνα με όσα του είπαν, οι περισσότερες παλιές αντιπαλότητες είχαν
πλέον λήξει.
Ο Κυριακός κράτησε τις πληροφορίες στο μυαλό
του.
Ύστερα μίλησε με την Ελένη. Τη ρώτησε για τη ζωή της στην Ελλάδα. Για τους
ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Για τις σχέσεις της. Για τις παρέες της. Για άντρες που είχαν
περάσει από τη ζωή της.
Η Ελένη στην αρχή δυσκολεύτηκε.
«Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν όλα αυτά με
τον Αλή.»
«Μπορεί να μην έχουν καμία», απάντησε ο
Κυριακός. «Αλλά θέλω να το ξέρω εγώ, όχι να το υποθέτω.»
Η Ελένη έμεινε σιωπηλή. Ύστερα άρχισε να θυμάται.
Μικρές γνωριμίες. Πρόσωπα. Συναναστροφές. Πράγματα που για εκείνη είχαν τελειώσει την επόμενη κιόλας μέρα.
Μέχρι που θυμήθηκε έναν άντρα. Έναν νεαρό που είχε γνωρίσει λίγο πριν φύγει για να αναζητήσει τον Αλή.
«Ήταν σε ένα μικρό κλαμπ στην Πάφο», είπε.
«Πότε;»
Η Ελένη του είπε περίπου την ημερομηνία.
«Τι συνέβη;»
«Τίποτα σημαντικό.»
Ο Κυριακός την κοίταξε.
«Θέλω να μου πεις εσύ αν ήταν σημαντικό. Όχι για
σένα. Για εκείνον.»
Η Ελένη χαμήλωσε τα μάτια.
«Ήταν μια νύχτα. Μόνο αυτό.»
Τον είχε γνωρίσει εκείνο το βράδυ. Νεαρό, γοητευτικό, με έναν τρόπο που αρχικά της είχε κινήσει το ενδιαφέρον. Μίλησαν. Ήπιαν. Χόρεψαν. Και αργότερα έφυγαν μαζί.
Για την Ελένη δεν σήμαινε τίποτε περισσότερο.
Για εκείνον, όμως, φαίνεται πως είχε σημαίνει
πολλά.
Την επόμενη μέρα η Ελένη απομακρύνθηκε. Εκείνος την αναζήτησε. Της τηλεφώνησε. Της ζήτησε να συναντηθούν. Η Ελένη
αρνήθηκε. Εκείνος στην αρχή
επέμενε. Ύστερα θύμωσε. Και τελικά εξαφανίστηκε.
«Δεν τον ξαναείδα», είπε η Ελένη.
«Σου είχε δείξει ποτέ επιθετικότητα;»
«Όχι ακριβώς. Αλλά…»
Σταμάτησε.
«Τι;»
«Μου είχε πει πως δεν θα ξεχάσει.»
Ο Κυριακός δεν μίλησε. Η φράση αυτή έμεινε ανάμεσά τους.
Μερικοί άνθρωποι ξεχνούν μια απόρριψη μέσα σε
λίγες ημέρες. Άλλοι την κουβαλούν σαν πληγή.
Και υπάρχουν κι εκείνοι που τη μετατρέπουν σε
εμμονή. Ο Κυριακός είχε αρχίσει να σκέφτεται πως ίσως
να είχε μπροστά του έναν τέτοιο άνθρωπο.
Εκείνο το βράδυ έμεινε μόνος στο δωμάτιο του
ξενοδοχείου. Το τασάκι πάνω στο τραπέζι είχε γεμίσει
αποτσίγαρα.
Ο Κυριακός είχε μια παλιά συνήθεια όταν
σκεφτόταν έντονα, κρατούσε το τσιγάρο
αναμμένο ανάμεσα στα δάχτυλά του και ξεχνούσε να το καπνίσει.
Το μυαλό του γύριζε ξανά και ξανά στα ίδια
σημεία.
Ο Αλή είχε εχθρούς. Όμως κανένας από αυτούς δεν φαινόταν να είχε πρόσφατο λόγο να τον
χτυπήσει.
Η επίθεση ήταν στοχευμένη. Ο δράστης γνώριζε τις κινήσεις του. Και τώρα
υπήρχε η ιστορία της Ελένης.
Ο Κυριακός δεν ήθελε να βιαστεί. Αν κάτι είχε μάθει από τις υποθέσεις του, ήταν πως η πρώτη λογική
εξήγηση δεν ήταν πάντα και η σωστή.
Έτσι, άρχισε να αποκλείει. Μία πιθανότητα μετά την άλλη. Παλιές
διαφορές. Οικονομικές υποθέσεις.
Άνθρωποι του υποκόσμου. Εκδίκηση. Προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Όσο προχωρούσε, όμως, ένα πρόσωπο άρχισε να
ξεχωρίζει. Ο νεαρός της Πάφου. Αν πράγματι είχε κρατήσει μέσα του εκείνη την απόρριψη ως εμμονή, τότε ο
Αλή μπορούσε να είχε γίνει ο στόχος του.
Ίσως όχι επειδή τον γνώριζε. Αλλά επειδή τον θεωρούσε τον άνθρωπο που του είχε στερήσει την Ελένη.
Η σκέψη ήταν σκοτεινή. Αλλά δεν ήταν παράλογη.
Το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στην Ελένη.
«Θέλω να μου πεις ό,τι θυμάσαι γι’ αυτόν τον
άνθρωπο.»
«Γιατί;»
«Γιατί θέλω να αποκλείσω μια πιθανότητα.»
«Πιστεύεις πως πυροβόλησε τον Αλή;»
«Δεν ξέρω ακόμη.»
Η Ελένη του έδωσε όσα στοιχεία θυμόταν. Όνομα. Διεύθυνση. Κάποιες
πληροφορίες για τη ζωή του.
Ο Κυριακός άρχισε να τα ελέγχει. Δεν βιάστηκε. Έψαξε τις ημερομηνίες. Τις μετακινήσεις. Τις επαφές. Το ταξίδι του.
Και τότε ένα στοιχείο τον σταμάτησε. Ο άνθρωπος αυτός είχε φύγει από την Κύπρο λίγο πριν από την επίθεση. Είχε ταξιδέψει στην Αθήνα. Η ημερομηνία
ταίριαζε. Το ξενοδοχείο ταίριαζε. Οι κινήσεις του ταίριαζαν.
Ο Κυριακός ένιωσε εκείνο το γνώριμο ρίγος που
ένιωθε όταν τα κομμάτια ενός παζλ άρχιζαν να ενώνονται. Αυτή τη φορά, όμως, δεν ένιωσε ικανοποίηση. Ένιωσε ανησυχία. Γιατί όλα ταίριαζαν υπερβολικά
καλά.
Και στις υποθέσεις του, όταν όλα ταίριαζαν
υπερβολικά καλά, συνήθως κάτι άλλο κρυβόταν από πίσω.
Παρά τις αμφιβολίες του, η έρευνα οδήγησε
τελικά στον ίδιο άνθρωπο. Τα στοιχεία ήταν αρκετά
ώστε να θεωρηθεί ύποπτος.
Ο Κυριακός δεν ήθελε να πάρει τον νόμο στα
χέρια του.
Δεν ήθελε εκδίκηση. Ήθελε να βρει τον ένοχο με νόμιμο τρόπο. Σε συνεννόηση με την αστυνομία και τις αρμόδιες αρχές, συγκεντρώθηκαν τα
στοιχεία που χρειάζονταν. Ο άντρας εντοπίστηκε και τέθηκε υπό περιορισμό.
Καθώς εξετάστηκε η κατάστασή του,
αποκαλύφθηκε κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό. Η εμμονή του
με την Ελένη είχε εξελιχθεί σε σοβαρή ψυχική διαταραχή. Η απόρριψη είχε γίνει
μέσα του προσβολή, η προσβολή μίσος και το μίσος εμμονή.
Ο Κυριακός παρακολούθησε τις εξελίξεις χωρίς
να πανηγυρίσει. Δεν αισθανόταν ότι είχε νικήσει. Ένας άνθρωπος είχε φτάσει στο σημείο να πυροβολήσει έναν άλλον επειδή
δεν μπόρεσε να δεχτεί μια απόρριψη.
Αυτό δεν ήταν νίκη. Ήταν τραγωδία.
Οι αρμόδιες αρχές αποφάσισαν την εισαγωγή του
σε ψυχιατρική μονάδα, όπου θα μπορούσε να λάβει την απαραίτητη θεραπεία και ταυτόχρονα
να προστατευθεί η κοινωνία.
Ο Κυριακός πίστευε πως αυτή ήταν η μόνη σωστή
λύση.
Όταν επέστρεψε στο ξενοδοχείο, στάθηκε για
ώρα μπροστά στο παράθυρο. Η Αθήνα απλωνόταν κάτω του. Φώτα, δρόμοι, άνθρωποι που περνούσαν χωρίς να γνωρίζουν τίποτε από όσα
είχαν συμβεί.
Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Κι όμως, ο Κυριακός δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Κάτι δεν του ταίριαζε. Η υπόθεση είχε λυθεί
εύκολα. Κι όμως, μέσα
του παρέμενε ένα κενό.
Η Βέρα τον πλησίασε αθόρυβα.
«Τελείωσε;»
Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως.
«Ίσως.»
«Δεν είσαι σίγουρος.»
Γύρισε και την κοίταξε.
«Κάτι δεν μου κάθεται καλά.»
«Τι;»
«Δεν ξέρω ακόμη.»
Η Βέρα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. Δεν χρειάζονταν περισσότερα. Ο Αλή ζούσε. Η Ελένη ήταν ασφαλής. Αυτό, προς το παρόν, ήταν
αρκετό.
Ο Κυριακός, όμως, δεν μπορούσε να διώξει την
αίσθηση πως η ιστορία δεν είχε τελειώσει.
Το επόμενο πρωί ο Αλή παρουσίασε κάποια
σημάδια βελτίωσης. Η είδηση έφερε ανακούφιση
σε όλους.
Η Αθήνα είχε ξημερώσει βαριά. Ο ήλιος
περνούσε ανάμεσα από τα σύννεφα και φώτιζε τους δρόμους χωρίς να τους ζεσταίνει
πραγματικά.
Ο Κυριακός είχε ακόμη εκείνο το βάρος στο
στήθος. Κάποια στιγμή σηκώθηκε.
«Κάποιος άλλος ήξερε.»
Η Βέρα τον κοίταξε.
«Τι εννοείς;»
«Δεν ξέρω ακόμη. Αλλά κάτι δεν μου
ταιριάζει.»
Η Ελένη, που είχε επιστρέψει από το
νοσοκομείο, τον άκουσε.
«Πιστεύεις πως δεν ήταν μόνο ο νεαρός;»
«Πιστεύω πως μπορεί να μην ήταν ο άνθρωπος
που κινήθηκε μόνος του.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Ένας πληγωμένος άνθρωπος μπορεί να γίνει
επικίνδυνος. Αλλά κάποιος άλλος μπορεί να του έδωσε λόγο, πληροφορίες ή
κατεύθυνση.»
Και τότε το όνομα ήρθε στο μυαλό του.
Ο Κάττος. Ο άνθρωπος
του υποκόσμου. Εκείνος που είχε βρεθεί κάποτε απέναντί του. Εκείνος που πίστευε πως καμία γυναίκα δεν έφευγε από τη ζωή του χωρίς να
το αποφασίσει ο ίδιος. Η Ελένη τον είχε απορρίψει. Τον είχε εκθέσει. Και, όταν κατάλαβε πως πίσω
της στεκόταν ο Αλή, είχε υποχωρήσει. Ή τουλάχιστον
έτσι έδειχνε.
Ο Κυριακός θυμήθηκε τον τρόπο με τον οποίο
τον είχε κοιτάξει τότε. Δεν ήταν βλέμμα ανθρώπου
που ξεχνά. Ήταν βλέμμα
ανθρώπου που περίμενε.
«Ο Κάττος…» είπε χαμηλά.
Η Βέρα κατάλαβε αμέσως.
«Πιστεύεις πως βρίσκεται πίσω απ’ όλα αυτά;»
«Δεν ξέρω. Αλλά θα το μάθω.»
Αυτή τη φορά δεν υπήρχε χώρος για εικασίες. Έπρεπε να τον βρει.
Η νύχτα είχε πέσει όταν ο Κυριακός βγήκε μόνος
στους δρόμους. Η Αθήνα είχε αλλάξει πρόσωπο. Οι φωτισμένες λεωφόροι έμεναν πίσω και, όσο
προχωρούσε προς τα Εξάρχεια, η πόλη γινόταν πιο σκοτεινή, πιο θορυβώδης, πιο
απρόβλεπτη.
Ήξερε πως άνθρωποι σαν τον Κάττο δεν εξαφανίζονταν
εύκολα. Άλλαζαν στέκια. Άλλαζαν πρόσωπα. Άλλαζαν ονόματα. Σπάνια, όμως, άλλαζαν
συνήθειες.
Κι ο Κυριακός γνώριζε αρκετές από τις συνήθειές
του.
Προχώρησε χωρίς βιασύνη. Και
τελικά τον είδε.
Καθόταν μόνος στην άκρη της πλατείας των Εξαρχείων,
στη βεράντα του γωνιακού καφενείου.
Ο Κάττος σήκωσε το βλέμμα του και, μόλις είδε τον
Κυριακό, το πρόσωπό του άλλαξε. Το χρώμα έφυγε από τα μάγουλά του. Για λίγες
στιγμές έμεινε ακίνητος. Ο Κυριακός πλησίασε. Ο Κάττος κατάλαβε. Αν ο
Κυριακός είχε φτάσει ως εκεί, η υπόθεση είχε ήδη ανοίξει.
«Πώς το κατάλαβες;» ψιθύρισε.
Ο Κυριακός στάθηκε απέναντί του.
«Δεν το κατάλαβα, το
υπέθεσα.»
Ο Κάττος κατάπιε δύσκολα.
«Δεν έκανα τίποτα, σου
λέω την αλήθεια.»
«Η αλήθεια δεν χρειάζεται να τη φωνάζεις.»
Ο Κάττος έσκυψε το κεφάλι. Ο
Κυριακός τον παρατηρούσε. Δεν χρειαζόταν να τον απειλήσει. Δεν χρειαζόταν να
σηκώσει τη φωνή.
«Μόνο οι θρασύδειλοι χρησιμοποιούν άλλους για τις
βρώμικες δουλειές τους.»
Ο Κάττος τον κοίταξε. Τα μάτια του είχαν γεμίσει
φόβο. Ήξερε πως ο Αλή είχε επιζήσει.
«Σε παρακαλώ… άφησέ με.»
«Δεν σε κυνηγώ.»
«Τότε γιατί είσαι εδώ;»
Ο Κυριακός τον κοίταξε σταθερά.
«Ξέρεις», είπε τελικά, «πως όταν ο
Αλή μάθει ότι έχεις οποιαδήποτε σχέση με την επίθεση, δεν θα σου χαριστεί.»
Ο Κάττος ανατρίχιασε.
«Δεν θέλω να πεθάνω.»
Ο Κυριακός τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα.
«Τότε φύγε μακριά. Θα σου δώσω χρόνο να φύγεις, αν
μου τα πεις όλα.»
Ο Κάττος σήκωσε το κεφάλι. Και
τότε μίλησε.
Είπε στον Κυριακό πώς είχε γνωρίσει τυχαία τον
νεαρό σε ένα μπαρ, πώς κατάλαβε σχεδόν αμέσως την αρρωστημένη εμμονή του με την
Ελένη και πώς, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη κατάστασή του, έγινε φίλος μαζί
του.
Με επιτήδειες κουβέντες, του καλλιέργησε ακόμη
περισσότερο τη ζήλια και την οργή. Τον έπεισε πως ο Αλή ήταν ο
άνθρωπος που του είχε στερήσει την Ελένη και πως, αν ήθελε να την ξανακερδίσει,
έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από τον αντίζηλό του.
Και όταν ο νεαρός αποφάσισε να προχωρήσει, ο Κάττος
τον ακολούθησε στην Ελλάδα, δήθεν για να τον στηρίξει.
Ο Κυριακός τον άκουσε μέχρι τέλους χωρίς να τον
διακόψει.
Τώρα ήξερε όλη την αλήθεια. Ο
Κάττος δεν ήταν ο άνθρωπος που είχε πυροβολήσει τον Αλή. Ήταν,
όμως, εκείνος που είχε ανάψει τη φωτιά.
«Φύγε», είπε ο Κυριακός.
Ο Κάττος σηκώθηκε αργά.
«Και αν με βρει ο Αλή;»
«Αυτό εξαρτάται από το πόσο μακριά θα πας.»
Ο Κάττος δεν είπε τίποτε άλλο. Έφυγε
χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Ο Κυριακός τον παρακολούθησε να χάνεται μέσα στη
νύχτα. Ύστερα απομακρύνθηκε κι
εκείνος. Δεν
ενημέρωσε τον Αλή εκείνο το βράδυ. Ήξερε πως, αν το έκανε, η συνέχεια θα ήταν
διαφορετική. Και
σίγουρα
αιματηρή. Ο
ίδιος δεν ήθελε να γίνει μέρος μιας εκτέλεσης που δεν μπορούσε να σταματήσει.
Ο Κάττος δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο. Πήρε
αεροπλάνο και εξαφανίστηκε. Όσο κι αν τον αναζήτησαν αργότερα οι άνθρωποι του
Αλή, δεν βρέθηκε πουθενά. Καμία διεύθυνση. Κανένα ίχνος.
Ίσως να είχε καταφύγει σε κάποια χώρα πολύ μακρινή όπου
κανείς δεν τον γνώριζε. Σε μια ζωή κρυμμένη, γεμάτη φόβο. Ίσως
αυτό να ήταν η δική του τιμωρία. Να κοιτάζει για πάντα πίσω του. Να
φοβάται κάθε άγνωστο πρόσωπο. Να μην μπορεί να εμπιστευτεί κανέναν. Να
ζει γνωρίζοντας πως το παρελθόν του μπορεί κάποτε να τον προλάβει.
