Ο ΚΛΟΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ / ΚΕΦ. 7 (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ)

Ένα πρωί, η Βέρα επισκέφθηκε τον Κυριακό.

Κάθισε απέναντί του, με τα μάτια της γεμάτα πείσμα, αλλά και με μια ανεξήγητη νοσταλγία. Κάθε της κίνηση, κάθε χαμόγελο που του χάριζε, έμοιαζε να κρύβει ένα μήνυμα. Ήθελε να ξαναφτιάξουν τη σχέση τους, να επιστρέψουν στον παλιό, οικείο δεσμό που κάποτε τους είχε ενώσει.

Και δεν άργησε να του το πει.

Ο Κυριακός την κοίταξε ήρεμα. Η φωνή του ήταν απαλή, αλλά σταθερή.

«Βέρα… δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνεις αυτό.»

«Γιατί είσαι τόσο εγωιστής;» απάντησε εκείνη, με τη φωνή της γεμάτη πίκρα.

«Δεν βλέπεις ότι όλα αυτά τα κάνω για εμάς; Για να επιστρέψουμε σε όσα είχαμε; Το θέλω τόσο πολύ. Το θέλεις κι εσύ. Γι’ αυτό είμαι σίγουρη.»

Ο Κυριακός χαμογέλασε ελαφρά. Δεν υπήρχε θυμός στο πρόσωπό του, ούτε ζήλια ούτε πίκρα.

«Σε βλέπω σαν φίλη, Βέρα. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Δεν μπορείς να ξαναφτιάξεις κάτι που έχει αλλάξει.»

Η Βέρα έμεινε για λίγο σιωπηλή.

Ήξερε πως δεν θα τον έπειθε με λόγια.

Γνώριζε όμως και κάτι άλλο: τον Κυριακό δεν τον κέρδιζαν οι πιέσεις. Τον επηρέαζαν οι στιγμές, οι αναμνήσεις και όσα γεννιούνταν μέσα στη σιωπή.

Και αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι της διαφορετικά.

Οι μέρες κυλούσαν ήσυχα. Η Βέρα, όμως, δεν ησύχαζε. Δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια. Αντί να τον πιέζει, άρχισε να εμφανίζεται στη ζωή του όλο και συχνότερα. Ήθελε να του θυμίζει την παρουσία της χωρίς να του ζητά τίποτα.

Πίστευε πως, αν έμενε αρκετά κοντά του, κάποια στιγμή κάτι μέσα του θα ξυπνούσε.

Και ίσως τότε να μπορούσε να ξανακερδίσει όσα είχε χάσει.

 

Σε μια γιορτή της πόλης, με μουσική, γέλια και ποτήρια που σηκώνονταν στον αέρα, η Βέρα τον εντόπισε ανάμεσα στο πλήθος.

Ο Κυριακός μιλούσε με φίλους.

Για μια στιγμή τον παρακολούθησε από μακριά.

Δεν ήταν τυχαίο που βρισκόταν εκεί. Ή, τουλάχιστον, εκείνη ήθελε να πιστεύει πως δεν ήταν.

Σκέφτηκε πως η μοίρα, με τον δικό της τρόπο, την είχε φέρει ξανά μπροστά του.

Αν έπαιζε σωστά τα χαρτιά της, αν του έδειχνε πως ήταν εκεί χωρίς να τον πιέσει, ίσως να ξυπνούσε μέσα του κάτι από εκείνο που κάποτε τους είχε ενώσει.

Πλησίασε.

Ο Κυριακός την πρόσεξε αμέσως.

Το βλέμμα του ήταν μισό σοβαρό, μισό έκπληκτο.

«Βέρα… εδώ;»

«Φαίνεται πως η τύχη μας φέρνει ξανά μαζί», απάντησε εκείνη με ένα ελαφρύ χαμόγελο.

Ο τόνος της ήταν φιλικός, αλλά ζεστός. Σαν ένα μακρινό άγγιγμα της παλιάς τους οικειότητας.

Ο Κυριακός ένιωσε κάτι που δεν περίμενε.

Μια ανάμνηση. Μια αμηχανία. Μια ζεστασιά που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω του.

Δεν ήταν αρκετό για να αλλάξει τη σκέψη του. Ήταν όμως αρκετό για να τον κάνει να αναρωτηθεί.

Η Βέρα δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Ένα βλέμμα της, μια μικρή κλίση του κεφαλιού, ένα χαμόγελο που κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, ήταν αρκετά.

Όταν απομακρύνθηκε, ο Κυριακός έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Η απόφασή του δεν είχε αλλάξει. Την έβλεπε ακόμη σαν φίλη.

Όμως η παρουσία της είχε αγγίξει ένα σημείο μέσα του που δεν ήταν τόσο νεκρό όσο πίστευε.

Και η Βέρα το είχε καταλάβει.

Από εκείνη την ημέρα, η παρουσία της έγινε σχεδόν καθημερινή. Μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο. Ένα χαμόγελο από μακριά. Ένας χαρούμενος χαιρετισμός. Μια σύντομη επίσκεψη στο σπίτι του. Ένα τηλεφώνημα χωρίς ιδιαίτερο λόγο.

Ποτέ δεν έκανε κάτι υπερβολικό. Δεν ήθελε να τον τρομάξει ούτε να του δώσει την αίσθηση πως τον καταδίωκε.

Ήθελε μόνο να είναι εκεί. Να υπάρχει. Να μην του επιτρέπει να ξεχάσει πως η Βέρα εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος της ζωής του.

Κάθε συνάντηση ήταν μικρή. Όλες μαζί, όμως, άρχισαν να αποκτούν βάρος.

Ο Κυριακός το αντιλήφθηκε. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Ύστερα άρχισε να παρατηρεί τη συχνότητα των συναντήσεών τους. Και τελικά κατάλαβε πως τίποτα δεν ήταν εντελώς τυχαίο.

Η Βέρα δεν πίεζε. Δεν απαιτούσε. Δεν έκανε σκηνές. Απλώς ήταν εκεί.

Και αυτή ακριβώς η αθόρυβη επιμονή ήταν ίσως πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί από μια ευθεία διεκδίκηση.

Ο Κυριακός άρχισε να αισθάνεται πως ένας αόρατος κύκλος έκλεινε σιγά σιγά γύρω του. Δεν ήταν ακόμη κλοιός. Ήταν όμως η αρχή του.

Κάθε φορά που τη συναντούσε, κάτι από το παρελθόν επέστρεφε. Μια εικόνα, μια κουβέντα, μια νύχτα, ένα άγγιγμα, μια εποχή που είχε πιστέψει πως θα κρατούσε για πάντα.

Και μαζί με τις αναμνήσεις ερχόταν και κάτι άλλο. Η συνειδητοποίηση πως η ζωή του είχε γίνει πιο ήσυχη από τότε που έφυγε η Βέρα — αλλά όχι απαραίτητα πιο γεμάτη.

Αυτό ήταν που τον ανησυχούσε. Δεν φοβόταν τη Βέρα.

Φοβόταν όσα ξυπνούσε μέσα του.

Η Βέρα έβλεπε την αλλαγή. Ήταν μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη.

Ήξερε τον Κυριακό. Ήξερε τις αντιδράσεις του και μπορούσε να διαβάζει όσα έκρυβε πίσω από τη σιωπή του.

Και όσο περισσότερο έβλεπε τις αντιστάσεις του να υποχωρούν, τόσο περισσότερο πίστευε πως η δεύτερη ευκαιρία δεν ήταν πια όνειρο. Ήταν πιθανότητα.

Η Βέρα δεν βιαζόταν. Είχε μάθει πως κάποια πράγματα δεν κερδίζονται με δύναμη. Κερδίζονται με χρόνο. Κι ο χρόνος, αυτή τη φορά, ήταν με το μέρος της. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.

Ο Κυριακός, όμως, δεν ήταν άνθρωπος που άφηνε εύκολα τις αποφάσεις του να παρασύρονται από το συναίσθημα.

Είχε μάθει να ελέγχει τον εαυτό του. Στη δουλειά του, η αδυναμία μπορούσε να κοστίσει ακριβά. Ένα λάθος βλέμμα.

Μια λανθασμένη εκτίμηση. Μια στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας.

Κι όμως, τώρα δεν είχε απέναντί του έναν ύποπτο. Είχε τη Βέρα. Μια γυναίκα που γνώριζε βαθιά. Μια γυναίκα που είχε αγαπήσει.

Και ίσως γι’ αυτό ήταν ακόμη πιο δύσκολο να προστατευτεί.

Η παρουσία της άρχισε να μπαίνει στις σκέψεις του ακόμη και όταν δεν ήταν κοντά του.

Ένα πρωί, καθώς καθόταν μόνος στο γραφείο του, έπιασε τον εαυτό του να χαμογελά χωρίς λόγο.

Κατάλαβε αμέσως γιατί. Θύμωσε λίγο με τον εαυτό του. Ύστερα χαμογέλασε ξανά.

Η Βέρα είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος. Όχι επειδή τον πίεζε.

Αλλά επειδή του θύμιζε κάτι που ο ίδιος είχε προσπαθήσει να ξεχάσει.

Κάποτε έμεναν για ώρα να μιλούν για πράγματα ασήμαντα, για ανθρώπους που γνώριζαν, για παλιές ιστορίες, για τη ζωή που είχε περάσει.

Κανείς τους δεν μιλούσε για τη σχέση τους. Και ακριβώς γι’ αυτό η σχέση τους άρχισε να αποκτά ξανά εκείνη την παλιά οικειότητα.

Ο Κυριακός το ένιωθε. Η Βέρα το γνώριζε. Και κανείς δεν ήθελε να το ομολογήσει. Ήταν σαν δύο άνθρωποι που στέκονταν απέναντι σε μια πόρτα. Και οι δύο ήξεραν τι υπήρχε πίσω της. Κανείς όμως δεν τολμούσε ακόμη να ανοίξει.

 

Ένα απόγευμα, η Βέρα κάθισε απέναντί του στο γραφείο.

Τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει.

«Τι είναι;» τη ρώτησε.

«Τίποτα.»

«Τότε γιατί με κοιτάζεις έτσι;»

Χαμογέλασε.

«Γιατί σε θυμάμαι.»

Ο Κυριακός χαμήλωσε το βλέμμα.

«Κι εγώ σε θυμάμαι.»

«Μόνο αυτό;»

Σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε.

«Δεν ξέρω, Βέρα.»

Ήταν ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση που μπορούσε να της δώσει.

Η Βέρα δεν επέμεινε. Σηκώθηκε και φόρεσε το παλτό της.

Πριν φύγει, στάθηκε στην πόρτα.

«Δεν χρειάζεται να ξέρεις τώρα.»

Και έφυγε.

Ο Κυριακός έμεινε μόνος. Αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε. Κατάλαβε πως η Βέρα δεν προσπαθούσε πλέον απλώς να ξαναμπεί στη ζωή του. Προσπαθούσε να τον κάνει να αμφιβάλει για την απόφαση που είχε πάρει. Και το πιο ανησυχητικό ήταν πως, για πρώτη φορά, ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος αν ήθελε πραγματικά να αντισταθεί.

 

Η Βέρα πίστευε πως γνώριζε τον Κυριακό καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Ήξερε τις σιωπές του, τις αδυναμίες του, τις αντιδράσεις του. Πίστευε πως, αν έμενε αρκετά κοντά του, η παλιά τους σχέση θα έβρισκε ξανά τον δρόμο της.

Ίσως να είχε δίκιο. Ίσως πάλι να έκανε το μεγαλύτερο λάθος της. Γιατί εκείνο που δεν είχε υπολογίσει ήταν πως ο Κυριακός γνώριζε πλέον πολύ καλά και τον εαυτό του.

Και η θέλησή του δεν ήταν εύκολο να λυγίσει.

Το ερώτημα δεν ήταν αν η Βέρα θα κατάφερνε να τον πλησιάσει. Είχε ήδη καταφέρει να τον πλησιάσει.

Το πραγματικό ερώτημα ήταν αν, όταν θα ερχόταν η ώρα της επιλογής, ο Κυριακός θα άφηνε την καρδιά του να νικήσει τη θέλησή του.

Η Βέρα είχε σφίξει καλά τον κλοιό της. Και ο Κυριακός, για πρώτη φορά, δεν ήταν βέβαιος αν ήθελε πραγματικά να ξεφύγει

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ (ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ / ISBN 9925-8440-0-5

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟ Η θάλασσα ήταν ήρεμη εκείνο το βράδυ. Παράξενα ήρεμη. Ο Κυριακός στεκόταν μόνος στον γιαλό και ατένιζε τα σκοτεινά ...